Διονύσιος Βαρώνος, Καθηγητής Φαρμακολογίας Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Όταν ένα παιδί πονά ή έχει πυρετό, κινητοποιείται ολόκληρη η οικογένεια για να φροντίσει το μικρό ασθενή. Επειδή όμως η πρόσβαση στα φάρμακα είναι εύκολη και ένα πλήθος φαρμακευτικών προϊόντων διατίθεται χωρίς συνταγή και χωρίς υπεύθυνη πολλές φορές συμβουλή, οι γονείς πρέπει να προσέξουν: η αλόγιστη χρήση μπορεί να προκαλέσει πολλές και βαριές ανεπιθύμητες αντιδράσεις στα παιδιά.

Καθώς οι μηχανισμοί του οργανισμού που ευθύνονται για την ‘εξουδετέρωση’ των ξένων προς αυτόν ουσιών, όπως τα φάρμακα, δεν έχουν αναπτυχθεί πλήρως στα παιδιά, ο πρώτος κανόνας είναι ότι η δόση πρέπει να είναι μικρότερη και ανάλογη της ηλικίας και τους βάρους του σώματός τους.

Π.χ., για παιδί ενός έτους, η δόση πρέπει να είναι το 25% της δόσης ενός ενηλίκου.

Οφείλουμε επίσης να λαμβάνουμε υπόψη ότι τα συμπτώματα της νόσου σε ένα παιδί δεν αντιστοιχούν πάντα με τη βαρύτητά της, καθώς επίσης και ότι τα παιδιά και τα βρέφη δεν μπορούν να προσδιορίσουν λεκτικά τον πόνο τους.

Ο πυρετός, συνήθως οφείλεται στην έκθεση του παιδιού σε λοιμογόνο μικροοργανισμό, σε άλλες αιτίες φλεγμονής ή σε αντιδράσεις από εμβολιασμούς κ.λπ. Ο υψηλός πυρετός όμως μπορεί να οδηγήσει σε νευρολογικές διαταραχές και σπασμούς, κυρίως τα νεογέννητα με αναπνευστική ή κυκλοφορική ανεπάρκεια.

Εξάλλου, τα εμπύρετα νοσήματα συνοδεύονται και από άλλα ενοχλήματα, που συνήθως υποχωρούν με την πτώση του πυρετού. Μεταξύ αυτών είναι ο πονοκέφαλος, η ανορεξία, το αίσθημα κόπωσης, οι μυαλγίες κ.ά.

Η αντιπυρετική αγωγή στα παιδιά ηλικίας δύο μηνών έως πέντε ετών βελτιώνει τη διάθεσή τους ρίχνοντας τον πυρετό και ασκώντας αναλγητική δράση.

Πάντως, τα αναλγητικά-αντιπυρετικά φάρμακα πρέπει να χορηγούνται στα παιδιά, όταν το προσδοκώμενο όφελος είναι μεγαλύτερο από τους πιθανούς κινδύνους, δηλαδή τις ανεπιθύμητες παρενέργειες που ενδέχεται να προκαλέσει η ουσία. Συνεπώς, όταν ένα παιδί φαίνεται ευδιάθετο και ζωηρό, δεν αναμένεται βελτίωση της κατάστασής του από τη χορήγηση ενός τέτοιου φαρμάκου.

Επειδή όμως πολλές φορές είναι δύσκολο να αξιολογήσουμε τη διάθεση ενός παιδιού, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συστήνει τη χορήγηση αντιπυρετικών-αναλγητικών, όταν ο πυρετός είναι πάνω από 39°C ή όταν το παιδί πονά για καταφανή λόγο και αφού ο γιατρός έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο να υποκρύπτει ο πόνος κάποια σοβαρή νόσο που χρειάζεται επείγουσα αντιμετώπιση.

Η παρακεταμόλη (ακεταμινοφαίνη) αποτελεί το φάρμακο επιλογής στην αντιμετώπιση του πόνου και του πυρετού στην παιδική ηλικία. Πρόκειται για το φάρμακο που έχει μελετηθεί περισσότερο από κάθε άλλο για τη χρήση του κατά την παιδική ηλικία, ενώ ανεπιθύμητες παρενέργειες δεν διαπιστώνονται σχεδόν ποτέ. Το φάρμακο (Panadol, Depon, Apotel) χορηγείται στα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα. Η συνηθισμένη δόση της είναι 10-15mg κατά κιλό βάρους σώματος κάθε τέσσερις με έξι ώρες (Δ.Καφετζής).

Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (Aspirin, Salospir) παρ’ ότι είναι αποτελεσματικό αντυπυρετικό-αναλγητικό φάρμακο, δεν χρησιμοποιείται πλέον ευρέως στην παιδιατρική, επειδή ο κίνδυνος εκδήλωσης τοξικών ενεργειών είναι μεγάλος και πολύ σοβαρός.
Εκτός από την αιμορραγία και τη γενικότερη επίδρασή του στο στομάχι, έχει παρατηρηθεί ότι επιδεινώνει τα συμπτώματα άσθματος και έχει ενοχοποιηθεί για αναφυλακτικές αντιδράσεις.

Επιπλέον, πιθανολογείται ότι προκαλεί σύνδρομο Reye, ηπατική και εγκεφαλική βλάβη, στα παιδιά που πάσχουν από ιογενείς λοιμώξεις -όπως ανεμοβλογιά ή γρίπη.

Συνεπώς, συνιστάται να μη χρησιμοποιείται το ακετυλοσαλικυλικό οξύ σε παιδιά κάτω των 14 ετών.

Διάφορα άλλα μη στεροειδή αναλγητικά-αντιπυρετικά που χρησιμοποιούν οι παιδίατροι στη χώρα μας είναι το μεφαιναμικό οξύ (Ponstan), το τολφαιναμικό οξύ (Clotam) και η ιβουπρουφαίνη (Brufen).

Οι ανεπιθύμητες παρενέργειές τους δεν απέχουν πολύ από εκείνες του ακετυλοσαλικυλικού οξέος, γι’ αυτό η παρακεταμόλη παραμένει το φάρμακο επιλογής στην αντιμετώπιση του πόνου και του πυρετού στα παιδιά.

Dtri0010

Advertisements