Τα παιδιά ζουν σ’ ένα συναρπαστικό και παραμυθένιο κόσμο, στον οποίο η φαντασία διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο. Η φαντασία και η πραγματικότητα, η αλήθεια και το ψέμα συγχέονται. Το ψέμα είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της φυσιολογικής ανάπτυξης του παιδιού. Αποτελεί ένα ασυνείδητο μέσο ανεξαρτησίας του παιδιού από τους γονείς του προκειμένου να απομακρυνθεί από τον έλεγχό τους.

Στην προσχολική ηλικία το ψέμα συνήθως δεν έχει πρόθεση εξαπάτησης, αλλά έγκειται στη δυσκολία του παιδιού να διαχωρίσει το πραγματικό από το φανταστικό. Σ’ αυτή την ηλικία το παιδί μπορεί να καταφεύγει στο ψέμα στην προσπάθειά του να παρουσιάσει μια κατάσταση όπως εκείνο θα την επιθυμούσε ή για να αποκρύψει κάποια πραγματική ή φανταστική ατέλεια που μπορεί να αισθάνεται εκείνο ότι έχει. Το παιδί δεν έχει αναπτύξει σε μέγιστο βαθμό την ψυχική του αντοχή και αυτό έχει αποτέλεσμα συχνά να ψεύδεται στην προσπάθειά του να ωραιοποιήσει μια κατάσταση γιατί δεν είναι σε θέση να την αντιμετωπίσει.

Επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένα τρόπος απενοχοποίησης προκειμένου να μην υποστεί τις συνέπειες από κάποια πράξη που μπορεί να διέπραξε. Το ψέμα σ’ αυτές τις περιπτώσεις αποτελεί μια στρατηγική προστασίας. Αυτή η στρατηγική συχνά εγκαταλείπεται όταν το παιδί αρχίζει να αποκτά περισσότερη εμπιστοσύνη στον εαυτό του και είναι ψυχικά ώριμο να παραδεχτεί και να αποδεχτεί τα λάθη του.

Οταν το παιδί εισέρχεται στη σχολική ηλικία (7 ετών και άνω) δημιουργεί σταδιακά ηθική συνείδηση, αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι οι πράξεις του έχουν αντίκτυπο στους άλλους και θεωρεί το ψέμα μεμπτό, ακόμη και όταν δεν τιμωρείται. Γι’ αυτό τον λόγο περιορίζει τα ψέματα διότι κατανοεί ότι η ειλικρίνεια είναι απαραίτητη προϋπόθεση για ανάπτυξη σταθερών και υγιών σχέσεων.

Αλλος ένας συχνός παράγοντας ο οποίος ωθεί το παιδί να καταφύγει στο ψέμα είναι για να αποσπάσει την προσοχή των γονιών του. Μ’ αυτόν τον τρόπο δοκιμάζει το περιβάλλον επειδή δεν βρίσκει κάποιον άλλον πιο δημιουργικό τρόπο να ασχοληθούν μαζί του. Είναι σημαντικό οι γονείς να διερευνήσουν και να κατανοήσουν τους βαθύτερους λόγους που ώθησαν το παιδί να έχει μια τέτοιου είδους συμπεριφορά. Το παιδί μπορεί να επιλέξει αυτόν τον τρόπο στην προσπάθειά του να υποδείξει έμμεσα τα συναισθήματά του. Οι γονείς δεν θα πρέπει να λησμονούν ότι τα παιδιά δεν έχουν την ίδια ευχέρεια να εκφράζουν τα συναισθήματά τους όπως οι ενήλικες. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο διάλογος μεταξύ γονιού-παιδιού με ηρεμία και διαλλακτικότητα θα ήταν ιδιαίτερα ωφέλιμος. Οι γονείς θα πρέπει να εξηγήσουν στο παιδί τους ότι το ψέμα δεν είναι θεμιτός τρόπος επικοινωνίας, γιατί κλονίζει την εμπιστοσύνη των άλλων. Τέλος, το ψέμα μπορεί να αποτελεί έναν τρόπο μίμησης. Οι γονείς κάποιες φορές προκειμένου να καλύψουν τις δικές τους αδυναμίες και τα λάθη μπορούν να πουν κάποιο ψέμα στο παιδί τους. Το παιδί μπορεί να αναπαράγει αυτού του είδους τη συμπεριφορά αφού αντιλαμβάνεται ότι το ψέμα είναι επιτρεπτό προκειμένου κάποιος να αποφύγει τις ευθύνες.

Οι γονείς θα πρέπει να ανησυχήσουν για το παιδί τους όταν αντιληφθούν ότι τις φανταστικές ιστορίες που κατασκευάζει τις βιώνει σαν πραγματικότητα και αδυνατεί να κατανοήσει ότι δεν ισχύουν. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι γονείς θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα την κατάσταση και να απευθυνθούν σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας για την περαιτέρω διερεύνηση του προβλήματος.

Aποστολια Ντέκοβα, κλινική ψυχολόγος

πηγή:Eλευθεροτυπία

Advertisements