Η αναγκαιότητα συμβουλευτικής στήριξης των εγκύων στα πλαίσια των υπηρεσιών της πρωτοβάθμιας φροντίδας αναδεικνύεται μέσα από το πρόσφατο άρθρο της Γιώτας Κατσίκη (2006) (Σύμβουλος του Κέντρου Ερευνών για Θέματα Ισότητας), το οποίο φαίνεται να περιγράφει επακριβώς αυτό που συμβαίνει στην ελληνική πραγματικότητα. Παρακάτω παραθέτουμε μερικές από τις διαπιστώσεις που αναφέρονται στο άρθρο της και τις οποίες αξίζει να γνωρίζει κανείς:

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

  1. Από ιατρική άποψη: (1) Στην Ελλάδα διαπιστώνονται πρακτικές «κακής» μαίευσης και γίνεται υπερβολική χρήση φαρμάκων κατά την εγκυμοσύνη και τον τοκετό (οξυτοκίνη, προσταγλανδίνες, πεθιδίνη) με παρενέργειες στην υγεία των γυναικών (και των παιδιών), τις οποίες οι έρευνες διαπιστώνουν χρόνια μετά από τη χρήση τους. (2) Τα σαββατοκύριακα εξακολουθούν να γίνονται λιγότεροι τοκετοί απ’ ό,τι τη Δευτέρα ή την Τρίτη, και βεβαίως κατέχουμε τα πρωτεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση στις καισαρικές τομές. (3) Δεν ενισχύεται ο θηλασμός, παρόλο που τα ευεργετικά του αποτελέσματά για την υγεία του παιδιού υποστηρίζονται και ερευνητικά (Ματσανιώτης, 1999).
  2. Οι περισσότερες γυναίκες συνεργάζονται με το γιατρό τους στο ιδιωτικό του ιατρείο και επισκέπτονται το μαιευτήριο συνήθως την ημέρα του τοκετού. Όσες αποφασίσουν ή αναγκαστούν να συνεργαστούν με δημόσιο νοσοκομείο, ώστε να έχουν πλήρη ασφαλιστική κάλυψη από τα ταμεία τους, δεν έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούνται σταθερά από ένα γιατρό κατά την εγκυμοσύνη και τον τοκετό, με αποτέλεσμα να συναντούν συνεχώς διαφορετικά πρόσωπα και να μη γνωρίζουν το γιατρό που θα βρίσκεται δίπλα τους στον τοκετό. Όλο και περισσότερες νέες γυναίκες συγχέουν το μαιευτήριο με το νοσοκομείο, όταν μι­λούν για την εμπειρία της γέννησης του/των παιδιού/ών τους. Τέλος, υπάρχουν ελάχιστες υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας, οι οποίες είναι ιατροκεντρικά προσανατολισμένες, στελεχωμένες με προσωπικό μη εξειδικευμένο σε θέματα επικοινωνίας με την έγκυο και τη νέα μητέρα και χωρίς τη δυνατότητα παροχής ψυχολογικής συμβουλευτικής.
  3. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει ο χωρισμός της διαδικασίας του τοκετού σε στάδια. Ο γιατρός σε ρόλο manager αποφασίζει τι πρέπει να γίνει σε κάθε στάδιο και σε ποια στιγμή θα παρέμβει η τεχνολογία, τόσο κατά τη διάρ­κεια του τοκετού όσο και της εγκυμοσύνης. Η γυναίκα θεωρείται παθητικός φο­ρέας της συσπώμενης μήτρας, ενώ όροι όπως «αποτελεσματικές ή μη» συσπάσεις, «καλός» ή «κακός» τοκετός, ανάλογα με την πρόοδο που παρατηρείται στα συγκεκριμένα στάδια, παραπέμπουν σε αντίστοιχους όρους οι οποίοι χρησιμοποιούνται για την παραγωγικότητα των εργαζομένων. Σε αυτό το μοντέλο πα­ρατηρούνται, επίσης, αξιοσημείωτες αντιφάσεις. Από τη μια πλευρά η μήτρα θε­ωρείται αυτόνομος, μη ελεγχόμενος μυς, και από την άλλη οι γιατροί απαιτούν από τις γυναίκες να σπρώχνουν, σαν να μπορούν να τον ελέγξουν. Επίσης, οι συσπάσεις επιταχύνονται ή επιβραδύνονται τεχνητά, χωρίς να λαμβάνονται υπό­ψη ο θόρυβος, ο φωτισμός, η στάση που επιβάλλεται στη γυναίκα, η παρου­σία ή η ξαφνική εμφάνιση άγνωστου προσωπικού και τα συναισθήματα της γυ­ναίκας -παράγοντες που έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζουν την εξέλιξη του το­κετού.
  4. Στην Ελλάδα οι καθιερωμένες διαδικασίες ρουτίνας των μαιευτηρίων εξακολουθούν την πρακτική που ίσχυε στις αρχές του αιώνα. Η γυναίκα που πάει να γεννήσει δεν έχει καμιά επιλογή σε θέματα που αφορούν την ίδια, δηλαδή ποιον θέλει κοντά της την ώρα που γεννά, αν θα υποστεί υποκλυσμό και ξύρισμα, αν θα δει το μωρό της την ώρα που γεννιέται, πότε θα θηλάσει, αν θα το κρατήσει στο δωμάτιο, αν τα μεγαλύτερα παιδιά της μπορούν να την επισκεφτούν στο μαιευτήριο. Η συνειδητή συμμετοχή των γυναικών στη διαδικασία της εγκυμοσύνης και του τοκετού μοιάζει να είναι ελάχιστη (Μαράτου, 1983).
  5. Σε έρευνα της Δραγώνα που έγινε στο μαιευτήριο «Αλεξάνδρα», όλες οι γυναίκες (ασχέτως κοινωνικών και προσωπικών χαρακτηριστικών) αισθάνονταν την ανάγκη για συνεργασία με τους γιατρούς και το νοσηλευτικό προσωπικό και ζήτησαν εξατομικευμένη φροντίδα και σαφείς πληροφορίες για όσα τις απασχολούσαν (Δραγώνα, 1987: 107). Στη σύγχρονη δυτική κοινωνία, στον ελάχιστο χρόνο που έχει στη διάθεσή της για να συνέλθει μετά τον τοκετό, η γυναίκα δέχεται έναν καταιγισμό αντικρουόμενων οδηγιών για το τι μπορεί ή μπορεί, πρέπει ή δεν πρέπει να κάνει, οφείλει ή δεν οφείλει να αισθάνεται. Η θέση της είναι αμφίσημη, ο ρόλος της ως μητέρας είναι αντιφατικός: από τη μια εξιδανικευμένος και από την άλλη υποτιμημένος (Δραγώνα, 2000: 162).

Β. ΨΥΧΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΓΚΥΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

  1. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης κάνουν την εμφάνισή τους έντονα συναισθήματα τα οποία σε συνδυασμό με τις αλλαγές που συμβαίνουν στο σώμα δημιουργούν άγχος στην έγκυο. Τέτοια συναισθήματα είναι η αγωνία και αμφιθυμία, τα οποία μπορεί να εκφραστούν ανεξάρτητα από το αν η εγκυ­μοσύνη είναι επιθυμητή ή προγραμματισμένη. Η αγωνία συνδέεται με το μελλοντικό ρόλο, την ευθύνη για την έκβαση της εγκυμοσύνης και την ανατροφή του παιδιού, το γάμο και τα επαγγελματικά σχέδια. Η αμφιθυμία σχετίζεται με τα θετικά και αρνητικά συναισθήματα αναφορικά με το θεμιτό της εγκυμοσύνης, με τις αμφιβολίες και τις ενοχές για την υγεία και την ακεραιότητα του εμβρύου, την εξέλιξη του τοκετού, την ικανότητα της μητέρας να ανταποκριθεί στις νέες ανά­γκες και να καλύψει τις ανάγκες των παιδιών που ήδη υπάρχουν (Σκούλικα, 2000). Αμφιθυμία εμφανίζεται επίσης στα συναισθήματα της μητέρας, αρχικά απέναντι στο έμβρυο και αργότερα στο βρέφος, όσον αφορά την αντοχή της στις αλλαγές, ή τις δυσκολίες της εγκυμοσύνης, καθώς και απέναντι στην οριοθέτηση του παι­διού ως προς την ίδια κατά την περιγεννητική περίοδο. Τέλος, η απόκτηση και η ανατροφή ενός παιδιού μπορεί να αντιπροσωπεύουν μια πρόωρη πίεση για την ενηλικίωση (Nadelson & Notman, 1977) ιδιαίτερα σε περιπτώσεις εφηβικής εγκυμοσύνης, αλλά και μεγαλύτερων σε ηλικία γυναικών που συναισθηματικά παραμένουν ανώριμες να ενηλικιωθούν.
  2. Επιπρόσθετα, κατά τη διαδικασία της γέννησης ιδιαίτερα σημαντικό θεωρείται το θέμα του πόνου, κα­θώς έχει παρατηρηθεί ότι η κοινωνικοποίηση συνδέεται με το γεγονός ότι μερι­κές γυναίκες είναι εξαιρετικά ευάλωτες στους πόνους της γέννας (Bradley, 1965). Οι απόψεις τους για το σώμα τους και τις λειτουργίες του μπορεί να τις αποθαρρύνουν από το να υπομένουν τους πόνους, ή να τις κάνουν να ντρέπο­νται για την έκθεσή του στο ιατρικό προσωπικό. Συχνά η έλλειψη άνεσης και η αγωνία του τοκετού ενισχύονται με άγχος και φόβο.

Γ. ΟΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ

Από όλα όσα ειπώθηκαν παραπάνω φαίνεται να προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη για το σχεδιασμό υπηρεσιών συμβουλευτικής, οι οποίες θα συμβάλλουν στην πρόληψη δυσκολιών στις μητέρες και στα παιδιά.

  1. Τις τελευταίες δεκαετίες, η προετοιμασία της μητέρας για τη γέννηση του παιδιού έχει αναπτυχθεί κυρίως στο πλαίσιο της ψυχοπροφυλακτικής μεθόδου. Η μέθοδος αποσκοπεί να διδάξει στις γυναίκες τη σωματική και διανοη­τική διαδικασία της εγκυμοσύνης, της φάσης των ωδίνων, του τοκετού, καθώς και της φάσης μετά τον τοκετό, ώστε να γίνουν ικανές να ελέγχουν όλες τις σω­ματικές τους ενέργειες και να βοηθούν οι ίδιες σε αυτές (Macfarlane, 1988: 53). Η εφαρμογή παρόμοιων μεθόδων συνοδεύτηκε από διάφορες αντιδράσεις που κυ­μαίνονται από τον έντονο ενθουσιασμό έως το μεγάλο σκεπτικισμό. Οι περισσότερες εστιάστηκαν στον έλεγχο του πόνου από την ίδια τη γυναίκα και στην καλλιέργεια εμπιστοσύνης στον εαυτό και ενεργητικής υπεροχής στη διαδικασία του τοκετού. Η ψυχολογική σκοπιά παραμελήθηκε και οι γυναίκες δεν υποστηρίχτηκαν να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, αφενός για τον αντίκτυπο των αλλαγών που συμβαίνουν στο σώμα και στις διαπροσωπικές σχέσεις, αφετέρου για τη διαδικασία απόκτησης παιδιού.
  2. Ο σχεδιασμός υπηρεσιών συμβουλευτικής θα πρέπει να διέπεται από την αρ­χή ότι δεν μπορούν να υπάρξουν απαντήσεις-συνταγές που να εφαρμόζονται μαζικά για θέματα όπως η παρέμβαση ή όχι των μαιευτήρων στη φυσιολογική εξέλιξη του τοκετού, ο τοκετός στο σπίτι και η καταλληλότητα ή μη της μητέ­ρας για τη φροντίδα του μωρού. Επίσης, οι προτεινόμενες επιλογές δεν θα πρέ­πει να διέπονται από την αντίθεση σύγχρονες (επομένως ιατροκεντρικές) -«πα­ραδοσιακές» (επομένως με έμφαση στη φυσικότητα της γέννησης) πρακτικές. Χρειάζεται εξατομικευμένη και διεπιστημονική προσέγγιση, ώστε οι ενδιαφε­ρόμενοι να προχωρούν, έπειτα από ενημέρωση, στις κατάλληλες για τους ίδι­ους επιλογές και να αντιμετωπίζονται οι δυσκολίες, όταν προκύπτουν. Άλλωστε, τα θέματα της τεκνογονίας και της έλευσης κάθε νέου μέλους στην οικογένεια και την κοινωνία αποτελούν σύνθετα φαινόμενα που δεν μπορούν ν’ αντιμετω­πίζονται μονομερώς.

Επίσης, επειδή έχουν πλέον εκλείψει τα «παραδοσιακά» σχήματα υποστήρι­ξης της εγκύου και της νέας μητέρας, διαμορφώνεται η ανάγκη του προσωπικού προσδιορισμού της σημασίας της μητρότητας (αλλά και της πατρότητας) και των σχετικών επιλογών συγκεκριμένων πρακτικών από την κάθε γυναίκα προσωπικά. Η εμπειρία έχει δείξει ότι το μοίρασμα της εμπειρίας της εγκυμοσύνης και της περιγεννητικής περιόδου με άλλες γυναίκες, με τη συνεργασία ειδικευμένου επαγγελματία, είναι εξαιρετικά σημαντικό για τη διαπραγμάτευση του προσω­πικού και ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο η κάθε γυναίκα επιλέγει σήμερα να βιώ­σει τη μητρότητα.

Η συμβουλευτική εγκύων και νέων μητέρων μπορεί να συμβάλει σ’ αυτή την κατεύθυνση, όταν παρέχεται στο πλαίσιο προγραμμάτων κοινωνικής πολιτικής για θέματα αναπαραγωγής. Τα προγράμματα πρώιμης παρέμβασης εξειδικευ­μένων κέντρων θα πρέπει να έχουν στόχο την παροχή υπηρεσιών και την πρό­ληψη. Η παροχή υπηρεσιών περιλαμβάνει: (α) ευαισθητοποίηση των γονιών για θέματα προγεννητικής και περιγεννητικής φροντίδας από την ιατρική και ψυχο­λογική πλευρά σε επίπεδο κοινότητας, και (β) συμβουλευτική εγκύων και νέων μητέρων και των συντρόφων τους κατά περίπτωση και ανάλογα με το αίτημα. Επειδή στην Ελλάδα δεν υπάρχουν εξειδικευμένα κέντρα παροχής υπηρεσιών συμβουλευτικής σε υποψήφιες και νέες μητέρες και υποψήφιους και νέους πατέρες, τα προγράμματα προληπτικής παρέμβασης μπορούν να υλοποιηθούν αν ενταχθούν σε ήδη υπάρχουσες δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας (Δραγώνα και συνεργάτες, 1997: 249).

Δ. ΟΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣ

Ο/η επαγγελματίας πρέπει να είναι προσανατολισμένος προς την υγεία και τη διευκόλυνση της έκβασης φυσιολογικών λειτουργιών του σώματος, που βεβαί­ως συνδέονται και με τη συναισθηματική κατάσταση της γυναίκας. Δυνατότητα συμβουλευτικής χρειάζεται να παρέχεται ήδη από το στάδιο που προηγείται της εγκυμοσύνης, όταν η γυναίκα ή το ζευγάρι αποφασίζουν ότι θέλουν ν’ αποκτή­σουν παιδί και αρχίζουν να φαντασιώνουν την εγκυμοσύνη, το μωρό και τον εαυ­τό τους μαζί του. Οι παρεχόμενες υπηρεσίες μπορούν να συνοδεύουν την έγκυο και τη νέα μητέρα μέχρι τα πρώτα χρόνια ζωής του παιδιού, με έμφαση στην πρώιμη σχέση μητέρας-παιδιού, επισκέψεις στο σπίτι, καθώς και συνεργασία με ομάδες υψηλού κινδύνου για την πρόληψη προβλημάτων στην εγκυμοσύνη και τον τοκετό.

Κατά τη συμβουλευτική διαδικασία είναι χρήσιμο ο/η επαγγελματίας να μπορεί να ενισχύει το θετικό τμήμα του συναισθηματικού φορτίου της αμφιθυμίας της εγκύου και της νέας μητέρας (Σκούλικα, 2000: 140), και συγχρόνως να εισάγει στη διαδικασία συμβουλευτικής θέματα προς διερεύνηση τα οποία μοιάζει να δυσκολεύουν την υποψήφια ή τη νέα μητέρα. Το πλαίσιο αυτής της συνεργασίας χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ενός μεταεπιπέδου στην επικοινωνία, κα­τά το οποίο η έγκυος γυναίκα ή η νέα μητέρα διαπραγματεύονται τη σχέση με το έμβρυο που θα εξελιχθεί σε βρέφος, ή με το βρέφος. Κατά τη διαδικασία του να γίνει μητέρα τού συγκεκριμένου παιδιού επανεμφανίζεται στο προσκήνιο της ψυχικής ζωής της, αλλά και της συνεργασίας της με τον/την επαγγελματία, η σχέση με τη δική της μητέρα, και συχνά το αίτημα προς τον/την επαγγελματία εί­ναι να εμπεριέξει την αμφιθυμία της προς εκείνη και την αμφιβολία της σχετικά με το αν ήταν «αρκετά καλή μητέρα» για την ίδια.

Σημαντική παράμετρο στη συμβουλευτική διαδικασία πρέπει να αποτελεί η ενδυνάμωση της γυναίκας για διεκδίκηση ενός ενεργητικού τρόπου στη συνεργασία με το γιατρό της στο πλαίσιο μιας σχέσης εμπιστοσύνης. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη θεμελίωση σχέσεων εμπιστοσύνης και όχι εξάρτησης των γυναι­κών με τους γιατρούς και το ιατρικό προσωπικό θεωρείται η εκπαίδευση μαιευ­τήρων, μαιών και παιδιάτρων σε θέματα επικοινωνίας με την έγκυο, τη νέα μη­τέρα και το σύντροφο της, καθώς και η ευαισθητοποίησή τους σε θέματα που συνδέονται με την πρόληψη και αντιμετώπιση των δυσκολιών. Η εκπαίδευση του ιατρικού και παραϊατρικού προσωπικού χρειάζεται να περιλαμβάνει επίσης ευ­αισθητοποίηση για τον ευαίσθητο μηχανισμό της αναπτυσσόμενης σχέσης μητέρας-παιδιού, δηλαδή «τη φυσική πλευρά του προβλήματος» (Winnicott, 1957/1976: 37), με στόχο τίποτε να μην εμποδίζει την ανάπτυξη αυτής της σχέ­σης. Ειδικότερα, οι γιατροί και οι νοσηλευτές χρειάζεται να μάθουν να ελέγχουν τη δική τους νευρικότητα, που μπορεί να προέρχεται από το γεγονός ότι δεν «αντέχουν» την απειρία της νέας μητέρας στη σχέση της με το παιδί, ή από το ότι έχουν συνδέσει το ρόλο τους, λόγω της εκπαίδευσής τους, με επέμβαση στη σχέση μητέρας-παιδιού και όχι με διευκόλυνση της μητέρας και του παιδι­ού.

Επειδή οι φυσικές λειτουργίες του σώματος κατά την εγκυμοσύνη και τον το­κετό, καθώς και οι αλλαγές στην οικογενειακή κατάσταση μιας γυναίκας ή και του συντρόφου της, αλλά και των παιδιών τους, προκαλούν συναισθήματα, θα πρέ­πει να υπάρχει η δυνατότητα επεξεργασίας και διαχείρισης αυτών των συναι­σθημάτων σε συνεργασία με εξειδικευμένους επαγγελματίες. Η στελέχωση των μαιευτηρίων και των κέντρων φροντίδας της εγκυμοσύνης και του τοκετού με εξειδικευμένους επαγγελματίες ψυχικής υγείας θα επιτρέπει την παραπομπή περιστατικών από τους γιατρούς και τις μαίες, όταν χρειάζεται, και την πρόληψη στην κοινότητα και τον ευρύ πληθυσμό.

Ε. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Εν κατακλείδι, το γενικότερο συμπέρασμα που προκύπτει από τα παραπάνω είναι ότι η έλλειψη υπηρεσιών συμβουλευτικής στην Ελλάδα αντανακλά την επικρά­τηση του ιατρικού μοντέλου διαχείρισης των διαδικασιών της αναπαραγωγής, το οποίο αγνοεί όχι μόνο την ψυχολογική διάσταση των λειτουργιών του σώματος, αλλά και τις συναισθηματικές ανάγκες των εγκύων και των νέων μητέρων. Στο πλαίσιο αυτού του μοντέλου, δεν εκτιμάται επαρκώς η σημασία της σχέσης μεταξύ γιατρού και εγκύου: η έγκυος δεν είναι ασθενής, αλλά χρειάζεται την ια­τρική παρακολούθηση της εγκυμοσύνης της και τη συνεργασία με το γιατρό της για τον τοκετό.

Οι διαπιστώσεις από την εξέταση του κοινωνικο-πολιτισμικού πλαισίου μπο­ρούν να χρησιμεύσουν ως ευκαιρία επαναδιατύπωσης του ιατρικού λόγου και των πρακτικών του σε θέματα αναπαραγωγής. Στόχος αυτής της αλλαγής θα πρέπει να είναι η εφαρμογή πρακτικών που δεν θα διεκπεραιώνουν μέσα από μηχανισμούς ελέγχου και εξουσίας εγκυμοσύνες και τοκετούς, αλλά που θα συνοδεύουν (με την κυριολεκτική έννοια του όρου) τις γυναίκες και τους συντρόφους τους στη διαδικασία της απόκτησης παιδιού, διαδικασία που περιλαμβάνει τη δια­χείριση της επιθυμίας για παιδί και την επιλογή για την απόκτηση του.

Για τη συμβουλευτική με έγκυες γυναίκες και νέες μητέρες ίσως είναι χρή­σιμη για τους επαγγελματίες η φράση: «το νόημα της γέννησης καλύπτει και το δεσμό μας με τη δημιουργικότητα» (Ποταμιάνου, 1998: 27). Η επαφή με τη δική μας γέννηση και παιδική ηλικία μπορεί να μας βοηθήσει να βρούμε το δικό μας τρόπο να είμαστε όχι μόνο δημιουργικοί άνθρωποι, αλλά και ανθρώπινοι δημιουργοί και θεραπευτές. Ίσως έτσι μάθουμε να αντέχουμε όσα δεν καταφέραμε να κατανοήσουμε, ή να οικειοποιηθούμε… και να μπορούμε να συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε το μέλλον.

Βιβλιογραφία:

Κατσίκη, Γ. (2006). Το κοινωνικο-πολιτισμικό πλαίσιο της γέννησης και η συμβουλευτική εγκύων και νέων μητέρων. Στο Μ. Μαλικιώση-Λοΐζου, Δ. Σιδηροπούλου-Δημακάκου, & Γ. Κλεφτάρας (Επιστ. Επιμ.), Η Συμβουλευτική Ψυχολογία στις Γυναίκες (σσ. 113-135). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Συντάχθηκε απο τον/την Μπρούμου Μίνα

Πηγή

Advertisements