Κι η νεαρή μητέρα ήταν τόσο  χαρούμενη, δεν μπορούσε να πιστέψει  πωςθα μπορούσε να υπάρχει κάτι καλύτερο απ’ αυτό. Κι έτσι, έπαιξε με τα παιδιά της και μάζευε λουλούδια γι’ αυτά : στο δρόμο και κολύμπησε μαζί τους  στα καθαρά ποτάμια. Κι ο ήλιος έλαμπε  πάνω απ ‘τα κεφάλια τους και η ζωή ήταν καλή και η νεαρή Μητέρα φώναξε δυνατά: «Τίποτε δεν μπορεί να συγκριθεί με τούτο!»

Μετά, έπεσε η νύχτα κι ήρθε η καταιγίδα και ο δρόμος σκοτείνιασε και τα παιδιά έτρεμαν απ ‘το φόβο και το κρύο και η Μητέρα τα μάζεψε κοντά της και τα σκέπασε με την ποδιά της και τα παιδιά είπαν: «Μαμά, δεν φοβόμαστε πια, γιατί εσύ είσαι κοντά μας και τίποτε δεν μπορεί να μας βλάψει,» και η Μητέρα είπε: «Μα αυτό είναι πιο καλό κι απ ‘την ηλιόλουστη τη μέρα, γιατί έμαθα στα παιδιά μου το κουράγιο». Κι ήρθε το πρωί και μπροστά τους υψωνόταν ένα βουνό και τα παιδιά σκαρφάλωναν και κουράζονταν, και η Μητέρα κι αυτή ήταν κουρασμένη, αλλά όλη την ώρα έλεγε στα παιδιά της «Άντε, λίγη υπομονή ακόμα, παιδιά μου και φτάσαμε!» Έτσι, τα παιδιά σκαρφάλωσαν κι όταν έφτασαν στην κορφή είπαν: «Δεν θα είχαμε φτάσει στην κορφή αν δεν ήσουν εσύ Μητέρα!» Και η Μητέρα, όταν ξάπλωσε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ, κοίταξε τα αστέρια στον ουρανό και είπε: «Η μέρα η σημερινή ήταν πιο όμορφη από χθες, γιατί τα παιδιά μου έμαθαν τι θα πει σθένος και να έχεις αντοχή και καρτερία : μπροστά στις δυσκολίες. Χθες, τους έδωσα κουράγιο. Σήμερα, τους έδωσα δύναμη». Την άλλη μέρα μαύρα σύννεφα

σκοτείνιασαν τον ουρανό. Σύννεφα πολέμου και μίσους, σύννεφα κακού, και: τα παιδιά έψαχναν στα τυφλά να βρουν τον δρόμο και σκόνταφταν κι έπεφταν και η Μητέρα είπε

«Κοιτάξτε ψηλά! Σηκώστε το βλέμμα και δείτε το Φως!»

Και τα παιδιά το έκαναν και είδαν πάνω: από τα σύννεφα την Αιώνια Δόξα κι αυτή έγινε ο Οδηγός τους και τους έφερε πέρα από το Σκοτάδι Εκείνο το βράδυ, η Μητέρα είπε «Η σημερινή μέρα ήταν η πιο καλή απ’ όλες μέχρι σήμερα, γιατί σήμερα έδειξα στα παιδιά μου τον Θεό!» Κι έτσι πέρασαν μέρες, βδομάδες, μήνες και χρόνια και η Μητέρα γέρασε και έμπα σε κι έγειρε προς τα μπρος. Αλλά, τα παιδιά της ήταν ψηλά και δυνατά και περπατούσαν με κουράγιο. Κι όταν ο δρόμος ήταν δύσκολος, αυτά βοηθούσαν τώρα πια τη Μητέρα τους, κι όταν ο δρόμος ήταν πολύ δύσκολος, την σήκωναν στα Χέρια κι αυτή ήταν αλαφριά σαν πούπουλο. Κι επιτέλους έφτασαν σ’ ένα βουνό και πέρα απ’ το βουνό μπορούσαν να δουν έναν δρόμο λαμπερό και μια χρυσαφένια πύλη ορθάνοιχτη να τους περιμένει. Και η Μητέρα είπε « Έφτασα στο τέλος του δρόμου μου. Και τώρα ξέρω πως το τέλος είναι καλύτερο απ’ την αρχή, γιατί τα παιδιά μου μπορούν και περπατούν μόνα τους, το ίδιο και τα δικά τους παιδιά». Και τα παιδιά είπαν Θα περπατάς μαζί μας, Μητέρα, ακόμα κι όταν θα ‘χεις διαβεί τη χρυσαφένια πύλη».

Κι εκεί σταθήκαν και την κοίταζαν καθώς αυτή προχώραγε μοναχή κι όταν πέρασε, η χρυσαφένια πύλη έκλεισε πίσω της. Και τα παιδιά είπαν «Δεν μπορούμε να τη δούμε, αλλά μαζί μας είναι ακόμα. Μια Μητέρα σαν και τη δική μας είναι παραπάνω από ανάμνηση.

Είναι μια ζωντανή παρουσία».

Aγνωστος συγγραφέας

Πηγή

Advertisements