Τα παιδιά κάτω από τα 13 μπορούν να είναι στο facebook;

1 σχόλιο

Σύμφωνα με την έρευνα Social Networking για την Ευρώπη, το ένα στα πέντε παιδιά στις ηλικίες 9 – 12 να διαθέτει προσωπικό προφίλ στο ίντερνετ «Αφήστε τα 13χρονα να χρησιμοποιούν ελεύθερα την ιστοσελίδα μου» είπε ο 24χρονος ιδρυτής του Facebook, Μαρκ Ζούκερμπεργκ, βάζοντας έτσι το φιτίλι σε έναν παγκόσμιο διάλογο για το κατά πόσο θα πρέπει να αρθούν οι νομικές απαγορεύσεις που αφορούν παιδιά κάτω των 13 ετών. Με το ένα στα πέντε παιδιά στις ηλικίες 9 – 12 να διαθέτει προσωπικό προφίλ, σύμφωνα με την έρευνα Social Networking για την Ευρώπη, φαίνεται πως, παρά τις απαγορεύσεις, η διεισδυτικότητα του Facebook σε αυτές τις ηλικίες δύσκολα ελέγχεται. Οι κίνδυνοι όμως, στους οποίους εκτίθενται απασχολούν γονείς και αρμόδιους φορείς.

Το Facebook καταστρατηγεί το δικαίωμα των παιδιών στην αθωότητα

«Οταν βλέπουμε όλο και περισσότερα 8χρονα και 9χρονα στην Ελλάδα να έχουν δικό τους προφίλ, θα πρέπει να είμαστε σε επαγρύπνηση» λέει ο κ. Γεώργιος Κορμάς, εκπρόσωπος του Ελληνικού Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου, υπεύθυνος της Γραμμής Βοήθειας 800 11 800 15 και επιστημονικός συνεργάτης της Μονάδας Εφηβικής Υγείας Β’ Παιδιατρικής Κλινικής Πανεπιστημίου Αθηνών.  «Η εμπειρία από τις επισκέψεις σε σχολεία όλης της Ελλάδας δείχνει ότι σε αυτές τις ηλικίες τα παιδιά δεν μπορούν να διαχειριστούν το Facebook. Το βλέπουν σαν παιχνίδι, δεν μπορούν όμως να καταλάβουν πόσο επικίνδυνο είναι» προσθέτει. Τα περισσότερα παιδιά που φτιάχνουν προφίλ, δίνοντας ψευδή ηλικία, δηλώνουν εύκολα το όνομα, την διεύθυνση και τις δραστηριότητές τους, όπως πού πηγαίνουν διακοπές ή πού πάνε φροντιστήριο, αφήνοντας την ζωή τους εκτεθιμένη. Ο εθισμός, η εξάπλωση της παιδοφιλίας, η εύκολη πρόσβαση σε πορνογραφικό υλικό και σε τυχερά παιχνίδια, θα πρέπει να ανησυχούν τους γονείς. «Αυτό που στερούνται τα παιδιά όταν βρίσκονται ανεξέλεγκτα σε τέτοιες σελίδες κοινωνικής δικτύωσης είναι το δικαίωμά τους στην αθωότητα. Ενώ θα έπρεπε να αναπτύσσουν την κοινωνικότητά τους στην πραγματική ζωή, απομονώνονται στο δωμάτιό τους και δεν δημιουργούν προσωπικές σχέσεις». Σε αυτές τις μικρές ηλικίες, όταν τα παιδιά εκτίθενται σε τόσα ερεθίσματα, είναι πολύ πιθανή η αλλοίωση της ψυχοκοινωνικής του εξέλιξης. «Τα κορίτσια που βάζουν στο προφίλ τους φωτογραφίες προκλητικές, ουσιαστικά αναζητούν την θηλυκότητά τους μέσα από τα δίκτυα αυτά. Φαντάζεστε λοιπόν τι συζητήσεις προκαλούν και πόσα σχόλια δέχονται – για να μην φτάσουμε και στη σεξουαλική παρενόχληση» τονίζει ο κύριος Κορμάς. Η μόδα, αλλά και η αίσθηση ότι έχουν πια μεγαλώσει, είναι η απάντηση στο γιατί τα μικρά παιδιά θέλουν να φτιάξουν δικό τους προφίλ. «Είναι σαν μεταδοτική ίωση! Οταν έχει ένα παιδί στην τάξη, τότε θέλουν όλα. Με 3 εκατομμύρια χρήστες στην Ελλάδα, υπάρχουν στο περιβάλλον τους πολλά παραδείγματα προς μίμηση. Τα μεγαλύτερα αδέλφια, οι φίλοι, οι ίδιοι οι γονείς».

Δωδεκάχρονη με1.800 «φίλους»

«Όταν ένα κοριτσάκι 12 ετών μου εμπιστεύθηκε ότι έχει 1.800 φίλους στο Facebook, ενώ οι γονείς της βρίσκονται στο σκοτάδι, σοκαρίστηκα. Ποια επίδραση μπορεί να έχουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι στον ψυχισμό του παιδιού;; Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις παιδιών που έχουν πέσει θύματα εκφοβισμού, εκβιασμού, παρενόχλησης ή χλευασμού» λέει η κυρία Αλεξάνδρα Καππάτου, ψυχολόγος – παιδοψυχολόγος. Τα μικρά παιδιά δεν βάζουν στο μυαλό τους ότι πίσω από ένα προφίλ μπορεί να κρύβεται ένας άνθρωπος που ούτε συνομήλικός τους είναι ούτε έχει αθώα αισθήματα απέναντί τους. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη παγίδα, σύμφωνα με την κυρία Καππάτου. «Για τον λόγο αυτό τα προτρέπουμε να περιλαμβάνουν στις λίστες φίλων μόνο παιδιά που γνωρίζουν, εξηγώντας τους κινδύνους που ενέχει αυτός ο ανταγωνισμός για το ποιος έχει τους περισσότερους φίλους». Από την άλλη, όμως, δεν μπορούμε να αρνηθούμε την τάση των παιδιών να θέλουν να ανήκουν σε μια ομάδα. «Τα παιδιά σήμερα αισθάνονται δέσμια των δραστηριοτήτων με τις οποίες τα φορτώνουμε και δεν έχουν χρόνο να αναπτύξουν σχέσεις. Οπότε αυτή είναι μια διέξοδος για να χαλαρώσουν, να γελάσουν, να διασκεδάσουν, να συνομιλήσουν» επισημαίνει. Αυτό όμως φέρνει πιο κοντά τον κίνδυνο του εθισμού, που ως πρόσφατα αποδιδόταν μόνο στα διαδικτυακά παιχνίδια. , «Τα παιδιά που κάθονται πολλές ώρες μπροστά στο υπολογιστή είναι πιθανό να παρουσιάσουν έντονο άγχος, που μπορεί να γίνει παθολογικό, να εγκαταλείψουν τα μαθήματά τους, να χάσουν την επαφή με την οικογένειά τους και να απομονωθούν» σημειώνει η κυρία Καππάτου. Αυτό, θα αναρωτηθεί κανείς, είναι πιθανό να συμβεί και σε παιδιά μετά την ηλικία των 13 ετών. Για ποιο λόγο τα νομικά όρια μπαίνουν σε αυτή την ηλικία; Σύμφωνα με την κυρία Καππάτου, τα παιδιά θεωρείται ότι από τα 13, οπότε και μπαίνουν στην εφηβεία, αποκτούν μια μεγαλύτερη αυτονομία. «Στο εξωτερικό εξοικειώνονται με τους υπολογιστές και μαθαίνουν να προστατεύονται από νωρίς, όμως στην Ελλάδα δεν τυγχάνουν ανάλογης εκπαίδευσης. Τα όρια για την Ελλάδα θα μπορούσαν να φτάσουν και τα 16 χρόνια, με τους γονείς να παρακολουθούν διακριτικά τις κινήσεις του εφήβου σε αυτές τις ηλικίες». Ως την ηλικία των 13 ετών, οι γονείς που γνωρίζουν ότι τα παιδιά τους διαθέτουν προσωπικό προφίλ μπορούν να τα προσθέτουν στους φίλους τους, ‘ετσι ώστε να παρακολουθούν τα στοιχεία που μοιράζονται με το δίκτυό τους και να έχουν έναν υποτυπώδη έλεγχο στις δραστηριότητές τους, όπως προτείνει η κυρία Καππάτου.

Πώς μπορούν οι γονείς να διατηρήσουν τον έλεγχο

Αυτοί που καλούνται να θέσουν τα όρια και να εντοπίσουν άμεσα σημάδια κινδύνου στα παιδιά είναι φυσικά οι γονείς. Αρχικά, «μέλημά τους θα πρέπει να είναι να μάθουν στα παιδιά τους να κοινωνικοποιούνται από μικρά, διότι εάν θεωρούν ότι το Facebook είναι κοινωνική επαφή, τότε στην εφηβεία θα αντιμετωπίσουν ακόμη σοβαρότερα προβλήματα» τονίζει ο κύριος Κορμάς. Τα τέσσερα απλά βήματα, που προτείνει στους γονείς μπορούν να εξασφαλίσουν ένα ικανοποιητικό επίπεδο ελέγχου, με σεβασμό στην προσωπικότητα του παιδιού:

– Μαθαίνουμε στα παιδιά το «δημιουργικό ίντερνετ», δηλαδή πώς να χρησιμοποιούν το ίντερνετ για να συλλέγουν εκπαιδευτικό υλικό και να ενημερώνονται.

– Τοποθετούμε τον υπολογιστή στο σαλόνι για να είμαστε παρόντες όταν το παιδί μπαίνει στο διαδίκτυο και να επιβλέπουμε.

– Βάζουμε περιορισμό στον χρόνο που μπορεί να μπαίνει στο ίντερνετ την ημέρα.

– Χρησιμοποιούμε φίλτρα, που περιορίζουν ανάλογα με την ηλικία του παιδιού την πρόσβασή του σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες.

Πηγή: yourbaby.gr

Σχετικά άρθρα: Should kids be allowed on Facebook?

Advertisements

Η επιθετικότητα, το χτύπημα και το δάγκωμα των παιδιών

Σχολιάστε

Γιατί συμβαίνει ;

Μπορεί για σας να είναι άσχημο το πως συμπεριφέρεται ορισμένες φορές το παιδί σας, η επιθετική του συμπεριφορά όμως είναι ένα κανονικό μέρος της ανάπτυξης του. Ακόμα οι αναδυόμενες γλωσσικές του δεξιότητες και η σφοδρή του επιθυμία να γίνει ανεξάρτητο είναι χαρακτηριστικά της εξέλιξής του. Ως ένα βαθμό το χτύπημα και το δάγκωμα είναι απόλυτα φυσιολογικά για ένα μικρό παιδί αυτό δεν σημαίνει όμως ότι θα πρέπει να το αγνοούμε, φυσικά. Αφήστε το παιδί σας να γνωρίζει ότι η επιθετική του συμπεριφορά είναι απαράδεκτη και δείξτε του άλλους τρόπους για να εκφράσει τα συναισθήματά του.

Τι να κάνετε;

Αν το παιδί σας είναι επιθετικό προς τα άλλα παιδιά την ώρα του παιχνιδιού καθίστε μαζί του και παρακολουθήστε μαζί το παιχνίδι των άλλων παιδιών, εξηγώντας του ότι μπορεί να πάει πίσω στο παιχνίδι όταν αισθανθεί έτοιμο να ενταχθεί στην διασκέδαση χωρίς να βλάπτει τα άλλα παιδιά.

Αποφύγετε να του φωνάξετε και να το τιμωρήσετε πριν του εξηγήσετε τι κάνει λάθος. Τα μικρά παιδιά δεν έχουν την γνωστική ωριμότητα να είναι σε θέση να μπουν στη θέση του άλλου παιδιού ή να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους με βάση λεκτική διατύπωση συλλογισμών. Αλλά μπορούν να κατανοήσουν τις συνέπειες. Κρατήστε την ψυχραιμία σας. Φωνάζοντας, χτυπώντας ή λέγοντας στο παιδί σας ότι είναι κακό, δεν θα περιορίσει τη συμπεριφορά του αντιθέτως θα το κάνει μακροπρόθεσμα πιο επιθετικό. Στην πραγματικότητα, κρατώντας τον έλεγχο της ψυχραιμία σας μπορεί να είναι το πρώτο βήμα για να μάθει πως να ελέγχει και το ίδιο τη συμπεριφορά του.

Σαφή όρια.

Προσπαθήστε να ανταποκρίνεστε άμεσα κάθε φορά που το μικρό παιδί σας είναι επιθετικό. Μην περιμένετε μέχρι να χτυπήσει τον αδελφό του για τρίτη φορά για να πείτε, «Αυτό είναι αρκετό!» Πρέπει να ξέρει αμέσως όταν έχει κάνει κάτι λάθος. Έτσι το παιδί θα μμπορέσει να συνδέσει τη συμπεριφορά του, με την συνέπεια και να καταλάβει ότι αν χτυπάει ή δαγκώνει κάποιον, θα πρέπει να υποστεί και τις συνέπειες.

Πειθαρχία με συνέπεια.

Θα πρέπει ο τρόπος που αντιδράτε κάθε φορά που το παιδί σας κάνει κάτι λάθος να είναι ανάλογος του σφάλματός του. Ακόμα και όταν βρίσκεστε μπροστά σε κόσμο, ώστε να καταλάβει πως δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγει τις συνάπειες των πράξεών του. Διδάξτε εναλλακτικές λύσεις. Περιμένετε έως ότου το παιδί σας έχει ηρεμήσει από την τιμωρία και στη συνέχεια, ήρεμα και απαλά κάνετε μαζί του μια αναθεώρηση του τι συνέβη. Ρωτήστε το αν μπορεί να εξηγήσει τι προκάλεσε το ξέσπασμα του. Δώστε έμφαση στο ότι είναι απόλυτα φυσικό να αισθανόμαστε θυμό, αλλά δεν είναι σωστό να το δείχνουμε με χτυπήματα και κλοτσιές.. Ενθαρρύνετε το να βρει έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο για την αντιμετώπιση αυτού του συναισθήματος. Βεβαιωθείτε ότι το παιδί σας κατανοεί και αποδέχεται ότι πρέπει να ζητήσει συγνώμη αφού επιτεθεί σε κάποιον. Δεν έχει σημασία αν η συγνώμη είναι ειλικρινής.

Επιβράβευση της ορθής συμπεριφοράς.

Αντί να δίνετε προσοχή στο παιδί σας μόνο όταν αυτό έχει λάθος συμπεριφορά, προσπαθήστε να του δίνετε σημασία όταν η συμπεριφορά του είναι σωστή και επιβραβεύστε το για την πράξη του.

  •  Περιορίστε τον χρόνο που το παιδί παρακολουθεί τηλεόραση. Τα κινούμενα σχέδια και άλλα θεάματα σχεδιασμένα για μικρά παιδιά πολλές φορές περιλαμβάνουν φωνές, απειλές, ακόμα και χτυπήματα. Προσπαθήστε να ελέγχετε πρώτα τα προγράμματα που παρακολουθεί, ιδίως αν φαίνεται επιρρεπές στο να αναπτύξει επιθετική συμπεριφορά. Το καλύτερο που μπορείτε να κάνετε είναι να παρακολουθείτε μαζί του τα προγράμματα που του αρέσουν και να συζητάτε μαζί του λέγοντας την άποψή σας για ότι διαδραματίζεται.
  • Αφήνετέ το παιδί να βγαίνει έξω. Μπορεί να διαπιστώσετε ότι εάν το παιδί σας έχει την ευκαιρία να εκτονώσει την ενέργεια του, καλύτερα να το κάνει εκτός σπιτιού. Εάν το παιδί σας είναι υψηλό πνεύμα, δώστε του τον χρόνο να τρέξει και να παίξει σε εξωτερικούς χώρους, ώστε να νιώσει πιο ελεύθερο και αργότερα ήρεμο.

Μην φοβάστε να ζητήσετε βοήθεια. Μερικές φορές η επιθετικότητα ενός παιδιού απαιτεί μεγαλύτερη παρέμβαση από αυτήν που μπορεί να προσφέρει ο γονέας. Εάν το παιδί σας φαίνεται να συμπεριφέρετε επιθετικά πιο συχνά από ό, τι στο παρελθόν, αν συχνά φοβίζει ή αναστατώνει τα άλλα παιδιά, ή αν οι προσπάθειές σας για τον περιορισμό της λανθάνουσας συμπεριφοράς του, έχει μικρή επίδραση, μιλήστε με το γιατρό του παιδιού σας, ο οποίος μπορεί με τη σειρά του να σας συστήσει ένα σύμβουλο ή έναν παιδοψυχολόγο. Μαζί μπορείτε να προσδιορίσετε την πηγή της επιθετικής συμπεριφοράς και να βοηθήσετε το παιδί σας μέσα από αυτό. Να θυμάστε, το παιδί σας είναι ακόμη πολύ νέο. Αν προσπαθήσετε να βοηθήσετε το παιδί σας υπομονετικά και δημιουργικά, τότε το πιο πιθανό είναι ότι η συμπεριφορά που είχε παρουσιάσει θα αποτελέσει κάποια στιγμή παρελθόν.

Πηγή:Παιδόραμα

Ο καλός φίλος ωφελεί σωματικά και ψυχικά το παιδί

Σχολιάστε

Η ύπαρξη ενός καλού φίλου μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά να αντιμετωπίσουν αρνητικές εμπειρίες, αναφέρει νέα έρευνα.

Ο ερευνητής William Bukowski, στο πανεπιστήμιο Concordia στο Μόντρεαλ, δήλωσε ότι ο καλός φίλος όταν είναι παρόν σε δυσάρεστο γεγονός έχει άμεση επίδραση στο σώμα και την ψυχή ενός παιδιού. Σημειώνει ότι αν ένα παιδί είναι μόνο όταν αντιμετωπίζει πρόβλημα με δάσκαλο ή συμμαθητή, υπάρχει αύξηση στα επίπεδα κορτιζόλης και μείωση του αισθήματος αυτοεκτίμησης.

Οι ερευνητές ρώτησαν 55 αγόρια και 48 κορίτσια δημοτικού να καταγράψουν τα αισθήματα και τις εμπειρίες τους για διάστημα 4 ημερών. Παρακολουθήθηκαν επίσης τα επίπεδα της κορτιζόλης με τακτικά τεστ σάλιου.

Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό ‘Developmental Psychology’, ανακάλυψε ότι η κορτιζόλη αυξήθηκε και η αυτοεκτίμηση μειώθηκε όταν ένα παιδί είχε μια αρνητική εμπειρία. Ωστόσο, με την παρουσία του καλύτερου φίλου, όταν εμφανίστηκε το πρόβλημα τα επίπεδα κορτιζόλης και τα αισθήματα αυτοεκτίμησης άλλαξαν λιγότερο.

Οι ερευνητές σημειώνουν ότι αυτό που συμβαίνει κατά την παιδική ηλικία μπορεί να επηρεάσει τους ανθρώπους ως ενήλικες, περιλαμβανομένων των αισθημάτων χαμηλής αυτοεκτίμησης.

Ο Bukowski εξήγησε ότι οι σωματικές και ψυχολογικές αντιδράσεις σε αρνητικές εμπειρίες κατά την παιδική ηλικία επηρεάζουν τη μετέπειτα ζωή. Η υπερβολική απελευθέρωση κορτιζόλης μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές σωματικές και ψυχολογικές αλλαγές, περιλαμβανομένης της καταστολής και του περιορισμού του σχηματισμού των οστών. Το αυξημένο στρες μπορεί πραγματικά να μειώσει την ανάπτυξη ενός παιδιού.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, προηγούμενες έρευνες έδειξαν επίσης ότι οι φιλίες μπορούν να προστατεύσουν από τον αποκλεισμό, την κοροϊδία και άλλες μορφές επιθετικότητας.

Πηγές: ‘Developmental Psychology’.

Iatronet.gr

Πως οι ανησυχίες μας μπορούν να βλάψουν τα παιδιά μας

Σχολιάστε

Ο ρόλος του γονιού μοιάζει να κουβαλάει ένα φορτίο που αποτελείται σε μεγάλο μέρος από φόβους, διαφόρων εντάσεων και ποιοτήτων, φόβους συγκεκριμένους και φόβους αόριστους, φόβους για το παρόν και για το μέλλον τους, φόβους παράλογους και φόβους δικαιολογημένους. Φοβόμαστε μην πέσουν και χτυπήσουν, μην αρρωστήσουν, μήπως δεν τα πάνε καλά στο σχολείο, μην τα κοροιδέψουν, μην τους κάνει κακό κανείς, μη στενοχωρηθούν, μήπως δεν πετύχουν στη ζωή τους. Πολύ συνηθισμένοι φόβοι γονιών που όμως αν πάρουν το πάνω χέρι στην ανατροφή των παιδιών μας μπορεί να τα κάνουν να υποφέρουν, κι εμάς βέβαια μαζί τους.

 

Όταν ένα παιδί έρχεται στον κόσμο, ένα από τα πρώτα συναισθήματα που αναφέρουν οι γονείς του μαζί με την χαρά, την συγκίνηση και την τρυφερότητα για αυτό το καινούργιο «δικό τους» πλάσμα, είναι η τεράστια αίσθηση ευθύνης που νιώθουν απέναντι σ΄αυτό που μοιάζει τόσο μικρό, ευαίσθητο και αβοήθητο. Τα συναισθήματα αυτά είναι αναμενόμενα, φυσιολογικά και απαραίτητα. Οι γονείς πρέπει να νιώσουν έτσι για να καταφέρουν παρά τις αντίξοες συνθήκες, τη σωματική κόπωση, τον εκνευρισμό, την τεράστια αλλαγή στη ζωή τους, να ανταπεξέλθουν σ’ αυτό τον απαιτητικό ρόλο και να δώσουν στο παιδί όση φροντίδα χρειάζεται… και χρειάζεται πολλή. Ως εδώ καλά, αυτό είναι το ας πούμε ενστικτώδες μέρος της ευθύνης για το παιδί, που υπάρχει για να μας ωθήσει στο να δημιουργήσουμε μια σχέση μ΄αυτό τον άγνωστο μικρό εξωγήινο που εισβάλλει στη ζωή μας.

 

Το συναίσθημα της ευθύνης όμως και οι ανησυχίες και οι φόβοι που το συνοδεύουν μπορεί να πάει παραπέρα, φτάνει -στη σχεδόν παθολογική πια μορφή της- στο σημείο μητέρες νεογέννητων να φοβούνται να πάρουν αγκαλιά το μωρό τους γιατί τους φαίνεται πολύ εύθραυστο! Και φυσικά κάθε σοβαρός παιδίατρος θα προσπαθήσει να διώξει ή να απαλύνει αυτούς τους φόβους επιβεβαιώνοντας ότι ακόμη και το φαινομενικά τόσο εύθραυστο νεογέννητο δεν είναι καθόλου εύθραυστο, δεν παθαίνει τίποτε αν το πιάσει λίγο λάθος η μαμά του ή ο μπαμπάς του ενώ μπορεί να του κάνουν πολύ μεγαλύτερο κακό αν λόγω φόβου δεν το πιάνουν!

 

Οι φόβοι των γονιών σχετικά με τα παιδιά τους δεν είναι όμως πάντα τόσο προφανείς ούτε είναι τόσο εύκολο να αποδείξει κάποιος ότι είναι υπερβολικοί, αδικαιολόγητοι ή παράλογοι. Αντίθετα θεωρούνται απολύτως φυσιολογικοί και αναμενόμενοι και μοιάζει κάπως σαν τρέλα ή αναισθησία το να μην ανησυχεί κανείς διαρκώς για τα παιδιά του. Οι φόβοι για τα παιδιά είναι κάτι που ενώνει τους γονείς και πολύ συχνά όταν βρίσκονται μεταξύ τους είναι το νούμερο ένα θέμα συζήτησης. Και βέβαια υπάρχουν φόβοι κοινοί αλλά παρόλα αυτά αν αφουγκραστεί κανείς λίγο καλύτερα θα παρατηρήσει ότι ο κάθε γονιός έχει τα δικά του προσωπικά συμπλέγματα φόβων για τα παιδιά του. Βασικά θέματα γύρω απ’ τα οποία περιστρέφονται άπειροι γονεικοί φόβοι είναι η σωματική ακεραιότητα και η υγεία των παιδιών, η συναισθηματική τους ευημερία, η ηθική τους ακεραιότητα, η διανοητική πρόοδος τους κι ακόμα αυτό που κάπως αόριστα ονομάζεται «το μέλλον τους».

 

Οι γονείς φοβούνται να μην πέσουν τα παιδιά τους και χτυπήσουν, να μην αρρωστήσουν, να μην πεταχτούν στο δρόμο και τα πατήσει αυτοκίνητο, να μην τα πειράξει κανείς, να μην πονέσουν, να μην στενοχωρηθούν, να μην τρομάξουν, να μην απογοητευθούν, να μην τα κοροιδέψει κανείς, να μην τα προσβάλλουν, να μην μάθουν άσχημους τρόπους, να μην γίνουν αυθάδη, να μην μπλέξουν με κακές παρέες, να μην πάρουν κακούς βαθμούς, να μην τεμπελιάζουν στο σχολείο, να μην γράψουν άσχημα στις εξετάσεις, να μην επιλέξουν λάθος σταδιοδρομία, να μην δυσκολεύονται να βρουν δουλειά, να μην αποτύχουν στη ζωή τους…

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι όλα αυτά τα φοβούνται γιατί αγαπούν τα παιδιά τους και τα νοιάζονται. Μόνο κάποιος που αδιαφορεί για το παιδί του δεν καρδιοχτυπάει όταν το βλέπει να πρωτοανεβαίνει στο ποδήλατο και τρώει τούμπες τη μια μετά την άλλη ή κάνει τις πρώτες βόλτες μόνο του και αργεί να γυρίσει.

 

Οι φόβοι και οι ανησυχίες των γονιών και τα μέτρα που παίρνουν, τα όρια που βάζουν ορμώμενοι από την φροντίδα για την κάθε είδους ασφάλεια των παιδιών τους είναι καταρχήν απαραίτητα συστατικά για την οικοδόμηση ενός εσωτερικού συστήματος ασφάλειας των παιδιών. Όταν φροντίζουμε να μην κρυώσει, πεινάσει, πονέσει ένα μωρό, όταν προφυλάσσουμε και προειδοποιούμε ένα μεγαλύτερο παιδί για τυχόν κινδύνους, πέρα από την ουσιαστική προστασία που τους παρέχουμε από ο,τιδήποτε απρόβλεπτο, ανεπιθύμητο, επιζήμιο γι’ αυτά, αυτό που επίσης κάνουμε είναι ότι τους δίνουμε την αίσθηση ότι η ύπαρξη τους είναι για μας τόσο αγαπητή και πολύτιμη που θέλουμε να τα προφυλάξουμε. Αυτό αποτελεί βασική προυπόθεση για να νιώσει ένα παιδί και μέσα του ασφαλές και να αρχίσει να φροντίζει και το ίδιο για την ασφάλεια του. Ξέρουμε ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη να νιώσουν ασφάλεια.

Τι γίνεται όμως όταν οι γονείς προσφέρουν πολύ περισσότερη ασφάλεια από όση είναι απαραίτητη;

 

Η Ιουλία, μητέρα μιας δωδεκάχρονης τώρα κόρης εξομολογείται τους φόβους της: «Η κόρη μας πήγε στο βρεφονηπιακό σταθμό πριν γίνει δύο και μέχρι το απόγευμα την κρατούσε μια κυρία, επειδή δουλεύαμε και οι δύο πολύ. Εγώ όμως υπέφερα. Όσο πιο απαρηγόρητα έκλαιγε όταν φεύγαμε και μεγάλωναν οι ενοχές μου τόσο πιο ανατριχιαστικά σενάρια έφτιαχνα στο μυαλό μου για το τι μπορούσε να της συμβεί. Αν έπαιρνα τηλέφωνο στο σπίτι και δεν απαντούσαν αμέσως σκεφτόμουν ότι κάτι φοβερό έχει συμβεί, είχα διώξει τρεις γυναίκες με τις οποίες το παιδί είχε θαυμάσια σχέση γιατί θεωρούσα ότι δεν την προσέχουν αρκετά, αν μου έλεγαν στον παιδικό σταθμό ότι δεν ήθελε μια μέρα να φαει ή να παίξει ήμουν σίγουρη ότι κάποιος της είχε κάνει κάτι, ότι ήταν δυστυχισμένη. Σας τα λεω όλα αυτά γιατί κάποια στιγμή το παιδί άρχισε να έχει εφιάλτες, να κλείνεται στον εαυτό του και πήγαμε σε μία παιδοψυχολόγο. Με την κουβέντα μαζί της άρχισα να καταλαβαίνω πόσο παρανοικό ήταν όλο αυτό το «δίχτυ ασφαλείας» που προσπαθούσα να δημιουργήσω γύρω απ’ το παιδί και πόσο πολύ αυτό ήταν αποτέλεσμα δικών μου ενοχών, του φόβου μου να μην είμαι ανεπαρκής γονιός, δικών μου συναισθηματικών φόβων και ελάχιστα είχαν να κάνουν με πραγματικούς κινδύνους που διέτρεχε το παιδί. Όταν μπόρεσα σιγά-σιγά να τους περιορίσω και να περιορίσω και το πόσο τους έδειχνα και έπνιγα το παιδί μου μ’ αυτούς, άρχισε πάλι να γίνεται πιο ήρεμη και πιο χαρούμενη…»

 

Οι φόβοι και οι ανησυχίες των γονιών περιλαμβάνουν σίγουρα ένα μέρος νιαξίματος και ευθύνης για τα παιδιά, ένα μέρος ανησυχίας για την δική τους επάρκεια σαν γονείς και ένα μέρος φόβου που είναι καθαρά δικός τους και δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική ασφάλεια ή την ευημερία των παιδιών. Αυτά τα τρία μπλέκονται.

Και μπλέκονται γιατί πράγματι, νιώθουμε τον κόσμο μας πιο επικίνδυνο, οι πόλεις είναι αχανείς, το περιβάλλον εχθρικό και οι άνθρωποι άγνωστοι. Τα παιδιά είναι πιο πολύτιμα από ποτέ γιατί κάθε οικογένεια έχει ένα, με το ζόρι δύο παιδιά και γύρω απ’ αυτά περιστρέφονται όλοι οι φόβοι αλλά και όλες οι προσδοκίες των οικογενειών. Κι ακόμη πάνω στις ανησυχίες των γονιών στηρίζεται μια ολόκληρη «βιομηχανία ειδών» για παιδιά, από ειδικές τροφές, έπιπλα, παιχνίδια, φάρμακα, σχολεία, κινητά.

Και το κυριότερο, οι γονείς βρίσκονται πολύ περισσότερο χρόνο μακριά από τα παιδιά ενώ ταυτόχρονα έχουν γίνει πολύ πιο απαραίτητοι. Κι αυτό γιατί κανείς εκτός απ’ αυτούς δεν αισθάνεται υπεύθυνος για το παιδί τους, όπως γινόταν (ίσως και να γίνεται ακόμη) στις μεγάλες οικογένειες, στα χωριά ή τις γειτονιές όπου όλοι γνώριζαν και όλοι με τον τρόπο τους θεωρούσαν τον εαυτό τους συνυπεύθυνο για κάθε παιδί.

 

Πώς γίνεται όμως η φροντίδα των γονιών για την ασφάλεια των παιδιών τους να μπορεί να τα βλάψει αντί να τα ωφελήσει;

Πολλοί γονείς αντιμετωπίζουν τα παιδιά τους, επειδή βλέπουν πόσο παρορμητικά είναι, σαν πλάσματα που δεν έχουν αίσθηση του φόβου. Τα περισσότερα υγιή παιδιά φοβούνται αλλά ταυτόχρονα το κίνητρο να γνωρίσουν τον εαυτό τους και τον κόσμο είναι τόσο δυνατό που τα ωθεί να κάνουν και πράγματα που φοβούνται. Οι φόβοι των γονιών όμως δεν είναι δικοί τους και παρόλα αυτά μπορούν να μεταδοθούν στα παιδιά και να αυτοματοποιηθούν τόσο ώστε να αναστείλουν το κίνητρο αυτό.

 

Όταν οι γονείς φοβούνται πολύ για τα παιδιά τους εκτός από το να τα προστατεύουν συνήθως κάνουν κι άλλα: καθιστούν τους εαυτούς τους παντοδύναμους αποκλειστικούς προστάτες και εμποδίζουν τα παιδιά να μάθουν να προστατεύουν τον εαυτό τους αλλά το κυριότερο να αποκτήσουν αυτή την αίσθηση αυτοπεποίθησης και σιγουριάς που προσφέρει η εμπειρία του «κατάφερα να τα βγάλω πέρα μόνος μου με κάτι δύσκολο».

Αυτή η οικοδόμηση της εμπιστοσύνης στον εαυτό είναι τεράστιας σημασίας για την ανάπτυξη μιας υγιούς προσωπικότητας αλλά είναι πολύ δύσκολο για ένα παιδί να την αποκτήσει αν δεν του δείξουν οι γονείς την εμπιστοσύνη τους.

Ο εξαιρετικός παιδοψυχίατρος D. Winnicott έγραφε σχετικά: «Μια ακραία συνέπεια της ιδέας ότι η ασφάλεια είναι καλή θα μπορούσε να είναι ότι η φυλακή είναι ένας ευτυχισμένος τόπος για να μεγαλώσει κανείς».

Η άποψη του είναι ότι η προστασία που παρέχουν οι γονείς στα παιδιά τους θα πρέπει να αποσκοπεί στο να γίνει κάποια στιγμή περιττή.

 

Αυτό μπορεί να γίνει αν οι γονείς καταπολεμούν οι ίδιοι τους φόβους τους. Πώς;

 

-με το να ελέγχουν συνεχώς πόσο πραγματικοί είναι οι φόβοι τους

 

-ο καθένας από τους δύο γονείς φοβάται για άλλα πράγματα λιγότερο και για άλλα περισσότερο, και θα έπρεπε στην οικογένεια κάθε πράγμα να είναι περισσότερο αρμοδιότητα αυτού που το φοβάται λιγότερο

 

-με το να μην βομβαρδίζουν τα παιδιά τους με τους φόβους τους, ακόμη κι όταν τους αισθάνονται

 

-με το να είναι διαρκώς σε επαγρύπνηση, όχι μόνο για τους. κινδύνους αλλά κυρίως για τις καινούργιες ικανότητες που αποκτά μέρα με τη μέρα το παιδί τους και να του δίνουν την ευκαιρία να τις νιώσει και να τις αναπτύξει περισσότερο

 

-με το να παρέχουν στα παιδιά τους ταυτόχρονα με την προστασία και την γνώση για να αντιμετωπίζει μόνο του τους κινδύνους και τις δυσκολίες

 

– με το να ασκούν τον εαυτό τους καθημερινά στο να αντέχει κάτι που καθιστά τα παιδιά πιο υπεύθυνα για τον εαυτό τους.

Για να επανέλθουμε ξανά στον Winnicott: “…οι καλές συνθήκες στα πρώιμα στάδια οδηγούν σε μια αίσθηση ασφάλειας και όταν ο αυτοέλεγχος γίνει γεγονός, τότε η ασφάλεια που επιβάλλεται αποτελεί προσβολή”.

Λουίζα Βογιατζή Ψυχολόγος, Σύμβουλος προσωποκεντρικής προσέγγισης

Η βία σημαδεύει τα παιδιά

Σχολιάστε

Λίζα Βάρβογλη διδάκτωρ Ψυχολογίας, ψυχολόγος και ερευνήτρια στο Children’s Hospital της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ.


Με ποια συμπτώματα εμφανίζεται στους ενηλίκους η κακοποίηση στη νεαρή ηλικία

Η σκηνή εκτυλίσσεται στον 10ο όροφο του Children’s Hospital της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ στη Βοστόνη. Στο γραφείο μου βρίσκεται ένα επτάχρονο αγοράκι, οχυρωμένο πίσω από τον καναπέ, που φωνάζει εκτός εαυτού να μην το πλησιάσω.

Διαβάζοντας το ιστορικό του, διαπιστώνω ότι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που το παιδάκι βρίσκεται για εξετάσεις στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου: επιθετική συμπεριφορά στο σπίτι και στο σχολείο, υπερβολική συναισθηματική αντίδραση σε μικροπράγματα αλλά και βιαιοπραγίες όπως να δαγκώνει ή να χτυπάει τους συμμαθητές του.

Μόλις δύο ημέρες πριν από αυτή τη συνάντηση βρισκόταν στο γραφείο μου ένα 14χρονο κορίτσι το οποίο έτρωγε και μάτωνε τα νύχια του, είχε καρφωμένα τα μάτια του στο πάτωμα και πεταγόταν πάνω κάθε φορά που ακουγόταν κάποιος θόρυβος από τον διάδρομο μια πόρτα που έκλεινε με δύναμη, τα βήματα ή ο βήχας κάποιου…

Το ιστορικό του κοριτσιού αυτού συμπεριλαμβάνει άγχος, ξεσπάσματα κλάματος, δυσκολία προσοχής και συγκέντρωσης, δυσκολία συναισθηματικής επικοινωνίας με τους γύρω του και χαμηλή σχολική απόδοση.

Ακόμη μια 40χρονη ασθενής μου που υπέφερε από μελαγχολία και αγοραφοβία δηλαδή φοβόταν υπερβολικά να βγει από το σπίτι της και να πάει μόνη της στην αγορά, σε εξωτερικές δουλειές ή σε φιλικά σπίτια μου εκμυστηρεύθηκε ότι όταν ήταν παιδί οι γονείς της την έδερναν και της μιλούσαν πολύ άσχημα, «εμπειρίες που θαρρείς και έχουν βγάλει ρίζες μέσα μου και δεν λένε να ξεριζωθούν από τη σκέψη και τη ζωή μου», όπως χαρακτηριστικά δήλωσε.

Τι κοινό έχουν αυτές οι τρεις περιπτώσεις;

Πρόκειται για άτομα τα οποία σε μικρή ηλικία υπέστησαν κακομεταχείριση, τόσο σωματική (οι γονείς τους τα έδερναν) όσο και συναισθηματική (τα έβριζαν και τους μιλούσαν άσχημα).

Συμπεριφορές σαν αυτές που περιέγραψα είναι συχνές στην κλινική πρακτική και συνήθως συνοδεύονται από ιστορικό κακής μεταχείρισης στη βρεφική και παιδική ηλικία.

Μια πολύ πρόσφατη έρευνα έρχεται να επιβεβαιώσει τις κλινικές αυτές παρατηρήσεις με χειροπιαστές αποδείξεις.

Ο δόκτωρ Martin Teicher και οι συνεργάτες του στο νοσοκομείο McLean της Βοστόνης διαπίστωσαν ότι το συναισθηματικό τραύμα στην παιδική ηλικία μπορεί να προκαλέσει παραμόρφωση σε σημαντικά τμήματα του εγκεφάλου με αποτέλεσμα συναισθηματικές διαταραχές όπως μελαγχολία ή άγχος.

Οι διαταραχές αυτές δεν είναι όμως αποκλειστικά ψυχολογικές, αλλά φαίνεται ότι έχουν φυσιολογική βάση, καθώς σχετίζονται με αλλαγές που συμβαίνουν στα νευρωνικά μονοπάτια του εγκεφάλου.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ο εγκέφαλος διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τις εμπειρίες μας, οι οποίες, καθώς επαναλαμβάνονται, χαράζουν «μονοπάτια» και συνδέσεις ανάμεσα στους νευρώνες. Οι αντίξοες εμπειρίες δημιουργούν εγγραφές στον εγκέφαλο, διαμορφώνοντάς τον με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι οι κανονικές εμπειρίες. Έτσι το ερέθισμα που προκαλούν τα άσχημα λόγια και οι βρισιές που προέρχονται από τους γονείς προς το παιδί τους έχουν έναν μόνιμο αντίκτυπο στη διαμόρφωση του εγκεφάλου του παιδιού τους, πολύ διαφορετικό από αυτόν που έχουν τα ωραία λόγια και η τρυφερότητα των γονιών προς το παιδί.

Ο δόκτωρ Martin Teicher δήλωσε ότι ο αντίκτυπος της λεκτικής και συναισθηματικής κακομεταχείρισης είναι μόνιμος και δύσκολα αντιστρέψιμος και δεν πρόκειται για μια εμπειρία την οποία ο άνθρωπος μπορεί εύκολα και ανώδυνα να ξεπεράσει.

Τα συμπεράσματα των ερευνητών

Ο δόκτωρ Martin Teicher και οι συνεργάτες του κατέληξαν σε αυτά τα συμπεράσματα αφού εξέτασαν εκατοντάδες εγκεφάλους από παιδιά που είχαν εισαχθεί στο νοσοκομείο λόγω σεξουαλικής, φυσικής ή συναισθηματικής κακοποίησης.

Οι εικόνες των εγκεφάλων αυτών των παιδιών συγκρίθηκαν στη συνέχεια με τις εικόνες των εγκεφάλων παιδιών που δεν είχαν υποστεί τέτοιου είδους κακομεταχείριση. Η σύγκριση των εγκεφαλικών εικόνων έδειξε ότι τα παραμελημένα ή κακοποιημένα παιδιά σαφώς υστερούσαν σε εγκεφαλική μάζα σε σχέση με τα μη κακοποιημένα παιδιά.

Έτσι βρέθηκε ότι η δεσμίδα των νεύρων που συνδέει τα δύο εγκεφαλικά ημισφαίρια και η οποία λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ τους ήταν ως και 40% μικρότερη στα παραμελημένα ή στα κακοποιημένα παιδιά.

Τι σημαίνει όμως από πρακτική άποψη μια τέτοια συρρίκνωση της εγκεφαλικής αυτής δομής;

Ένα υπανάπτυκτο μεσολόβιο, δηλαδή η δεσμίδα των νεύρων που συνδέει τα δύο εγκεφαλικά ημισφαίρια, παρακωλύει την ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στα δύο ημισφαίρια. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα παραμελημένα και κακοποιημένα παιδιά λειτουργούν κυρίως βάσει του ενός ημισφαιρίου αντί να έχουν την ευελιξία να μετακινούνται από το ένα στο άλλο με γρήγορο ρυθμό, όπως είναι φυσιολογικό και χρήσιμο.

Η έρευνα του καθηγητή Seth Pollak πάνω στην ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου κακοποιημένων και μη παιδιών έδωσε παρόμοια αποτελέσματα σε σχέση με τη συναισθηματική ένταση. Ο κ. Pollak δημιούργησε ένα ανώδυνο πείραμα σαν παιχνίδι, στο οποίο ζητούσε από τα παιδιά να κοιτάξουν μια σειρά προσώπων και να βρουν τα χαρούμενα, φοβισμένα ή θυμωμένα πρόσωπα, πατώντας ένα κουμπί κάθε φορά. Κατά τη διάρκεια του πειράματος τα παιδιά φορούσαν μια κάσκα με ηλεκτρόδια ώστε να μπορεί να μετρηθεί η ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου. Το ζητούμενο ήταν να μετρηθεί μια έντονη αύξηση της ηλεκτρικής δραστηριότητας στον εγκέφαλο, ως αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου ερεθίσματος. Η ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου ήταν ίδια τόσο για τα κακοποιημένα όσο και για τα μη κακοποιημένα παιδιά όταν επρόκειτο για χαρούμενα ή φοβισμένα πρόσωπα. Υπήρξε όμως μια δραματική αύξηση της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου των κακοποιημένων παιδιών όταν βρέθηκαν αντιμέτωπα με τις εικόνες των θυμωμένων προσώπων.

Οι επιπτώσεις του θυμού

Η ηλεκτρική αντίδραση του εγκεφάλου τους στο ερέθισμα του θυμωμένου προσώπου ήταν πολύ έντονη και μακράς διάρκειας. Ο λόγος γι’ αυτή την έντονη αλλαγή είναι, σύμφωνα με τον καθηγητή Pollak, ότι ο θυμός των γονιών είναι ένα πολύ έντονο στοιχείο, ότι κάτι πρόκειται να συμβεί στο οικογενειακό περιβάλλον, και η επιβίωση του παιδιού ουσιαστικά εξαρτάται από τη γρήγορη και άμεση ικανότητά του να αναγνωρίσει το σήμα του θυμού και τις επερχόμενες αλλαγές. Αυτή η εγρήγορση προς τον θυμό γίνεται μια αυτόματη συναισθηματική αντίδραση για το άτομο, που ως ενήλικος τείνει να ερμηνεύει ακόμη και ουδέτερα ή ασαφή ερεθίσματα ως απειλητικά, πράγμα το οποίο εμποδίζει τη σύναψη υγιών σχέσεων με άλλους ενηλίκους.

Πώς ερμηνεύονται όμως από φυσιολογική άποψη αυτά τα ευρήματα;

Το κάθε εγκεφαλικό ημισφαίριο έχει μια σειρά εξειδικευμένων λειτουργιών, με το αριστερό ημισφαίριο να ελέγχει τη λογική σκέψη και τη γλώσσα, ενώ το δεξί έχει τον έλεγχο της δημιουργικότητας και της συναισθηματικής σκέψης. Όταν δεν υπάρχει άνετη ροή από το ένα ημισφαίριο στο άλλο παρά εμμονή στις λειτουργίες του ενός, τότε μπορεί να προκύψουν διάφορα προβλήματα. Για παράδειγμα, ενήλικοι που είχαν υποστεί κακομεταχείριση στην παιδική τους ηλικία χρησιμοποιούν το αριστερό τους ημισφαίριο στην καθημερινή τους ζωή όταν δεν έχουν δυσκολίες. Όταν όμως οι τραυματικές σκέψεις ξαναβγούν στην επιφάνεια ή κάποιο γεγονός που συναισθηματικά τους θυμίζει την κακομεταχείριση της παιδικής τους ηλικίας έρθει στο προσκήνιο, τότε τα ίδια αυτά άτομα καταφεύγουν στο δεξί τους ημισφαίριο, με αποτέλεσμα να γίνονται υπερβολικά συναισθηματικά και να άγονται και να φέρονται από πάθη και συγκινήσεις χωρίς να τιθασεύει αυτή την ένταση το χαλινάρι της λογικής.

ΕΡΕΥΝΕΣ

Κακομεταχείριση και ιδιοφυΐα

Μεμονωμένοι ερευνητές έκαναν μια τολμηρή σύνδεση ανάμεσα στην κακομεταχείριση κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και στην ιδιοφυΐα, βασισμένοι στα παραδείγματα από τη ζωή του Μπετόβεν και του D. Η. Lawrence.

Ο Μπετόβεν είχε δύσκολη παιδική ηλικία καθώς ο πατέρας του τον κακομεταχειριζόταν, τον τραβούσε από το κρεβάτι και τον υποχρέωνε να κάνει εξάσκηση στο πιάνο μέσα στη νύχτα, χτυπώντας τον όποτε έκανε λάθος.

Ο Lawrence είχε μια πολύ άσχημη σχέση με τον αλκοολικό πατέρα του. Σύγχρονοι καλλιτέχνες έχουν επίσης ομολογήσει επεισόδια κακομεταχείρισής τους όταν ήταν παιδιά, όπως η τραγουδίστρια Sinead Ο’ Connor , η οποία εκμυστηρεύθηκε πως όταν ήταν μικρή την κλείδωναν γυμνή για μέρες σε ένα παγωμένο δωμάτιο και τη χτυπούσαν.

Η σύγχρονη ψυχιατρική άποψη υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει αιτιακή σχέση ανάμεσα στις ψυχικές ασθένειες ή στην κακομεταχείριση και στην ιδιοφυΐα.

Τελικά φαίνεται να ισχύει το αντίθετο, δηλαδή ότι η κακομεταχείριση οδηγεί σε μαθησιακά προβλήματα και χαμηλή σχολική απόδοση.

Πηγή: Special education

Εκπαίδευση των βρεφών στον ύπνο

Σχολιάστε

Η αλήθεια είναι ότι η «εκπαίδευση» των βρεφών στον ύπνο χωρίς διακοπές είναι πολύ αμφιλεγόμενο ζήτημα από επιστημονικής άποψης. Η μόνη μέχρις στιγμής επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση για το θέμα είναι ότι ο νυχτερινός θηλασμός και το co-sleeping ενισχύουν τη διάρκεια του θηλασμού για τον επιστημονικά τεκμηριωμένο θεμιτό στόχο, που είναι για τουλάχιστον δύο χρόνια.

Ως προς τις «διάφορες μεθόδους» εκπαίδευσης ενός βρέφους στο μοναχικό ύπνο και τα «διάφορα βιβλία» που συχνά αναφέρουν πολλοί, είναι όλα το ίδιο, μόνο σε προσοδοφόρες για τους συγγραφείς τους παραλλαγές, και έχουν ως κοινή συνισταμένη το εξής: «Ελεγχόμενο κλάμα».

Ανησυχία υπάρχει στην επιστημονική κοινότητα διεθνώς – και όχι μόνο στους «μαλακούς» γονείς που δε μπορούν να το εφαρμόσουν – για τους κινδύνους του «ελεγχόμενου κλάματος» στην ψυχούλα των βρεφών, αλλά και για το αμφιλεγόμενο έτσι κι αλλιώς μακροπρόθεσμο αποτέλεσμά του: Μωρά που «εκπαιδεύονται» στον μοναχικό ύπνο πρώιμα μπορεί αργότερα, μετά τα 2-3 πρώτα χρόνια της ζωής, να παλινδρομούν, να ξυπνούν, να εμφανίζουν διαταραχές ύπνου, φοβίες κλπ.

Είναι σημαντικό να ενημερώνουμε τους γονείς ότι, από την ώρα που κάνουν ένα παιδί, δεν πρέπει να περιμένουν επιστροφή στην πρότερη «ευεξία» του συνεχόμενου, οκτάωρου ύπνου σχεδόν ποτέ, τουλάχιστον για τα χρόνια της προσχολικής ηλικίας.

Αν δεν είναι ο νυχτερινός θηλασμός, μπορεί να ξυπνούν τη νύχτα για να δώσουν αγκαλιά, ξένο γάλα, νερό στο μικρό τους, για να το σκεπάσουν, για να αλλάξουν πάνα ή αργότερα να το πάνε στην τουαλέτα, για να το παρηγορήσουν από το συνάχι, για να το κοιμήσουν αγκαλιά ώστε να ηρεμήσει ο βήχας του, γιατί πονάνε τα δοντάκια του, είδε εφιάλτη, γιατί απλά θέλουν να ακούν την ανάσα του μωρού τους ενόσω κοιμάται ή απλά γιατί περνάνε και τα δικά τους χρόνια και ο ύπνος τους χειροτερεύει.

Η «ευεξία» του γονιού δεν έχει να κάνει τόσο με τον ανεμπόδιστο ύπνο όσο με την ευτυχία που του φέρνουν τα παιδιά του, με όλο το πακέτο δύσκολης φροντίδας και «ταλαιπωρίας». Το «απαραίτητο οκτάωρο ευεξίας» δεν ανήκει στον κόσμο τούτο…

Eίναι εκπληκτικό το γεγονός ότι πολλές ιδέες, πρακτικές και αντιλήψεις σχετικά με τα μωρά μας δεν έχουν καμία επιστημονική βάση αλλά είναι κατάλοιπα μιας κουλτούρας του παρελθόντος, συμπεριλαμβανομένης της κουλτούρας του μπιμπερό. Έως ένα βαθμό είναι αναμενόμενο γιατί πάντα η καινούργιες επιστημονικές γνώσεις αργούν να γίνουν αποδεκτές και με κόπο αλλάζουν τις παγιωμένες κοινωνικές αντιλήψεις. Είναι επίσης εκπληκτικό το γεγονός ότι εάν μια πρακτική, όσο αντιεπιστημονική και να είναι, είναι ευρέως διαδεδομένη και αποδεκτή, δεν ζητούμε αποδείξεις για αυτήν αλλά ζητούμε αποδείξεις από αυτούς που την αμφισβητούν. Για σκεφτείτε: κάποιος σας λέει ότι μπορεί να πάει στο φεγγάρι και να έρθει σε μια μέρα, χωρίς κανένα πρόβλημα. Λογικό δεν είναι να απαιτήσετε που στηρίζει τα λεγόμενά του; Εάν όμως αυτός έχει καταφέρει να πείσει όλον τον κόσμο, τότε δεν τον αμφισβητούμε, αλλά ζητάμε αποδείξεις από εκείνον που τον αμφισβητεί. Εάν σας πουν ότι το μωρό σας πρέπει να πάρει ένα φάρμακο για το οποίο δεν έχει γίνει καμία έρευνα και δεν έχει φύλλο οδηγιών, θα το δίνατε; Κι όμως, το ελεγχόμενο κλάμα στη βρεφική ηλικία είναι μια παρέμβαση, όπως η χορήγηση φαρμάκου, πιθανά πολύ μεγαλύτερης σημασίας, χωρίς καμία επιστημονική στήριξη. Και αντί να ζητήσουμε φύλλο οδηγιών και επιστημονικές μελέτες που να υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια αυτής της παρέμβασης, ζητούμε από αυτούς που την αμφισβητούν να μας αποδείξουν ότι βλάπτει και δεν είναι αποτελεσματική. Αυτός που προτείνει κάτι χρειάζεται αποδείξεις, όχι εκείνος που δεν δέχεται την πρόταση. Και βέβαια αποδείξεις όχι μόνο στο στενό πλαίσιο εάν το μωρό θα κοιμηθεί περισσότερο κατά τις επόμενες εβδομάδες, αλλά και για επίπεδα άγχους, ορμόνες άγχους, μακροπρόθεσμες συνέπειες στον υπνο μέχρι την ενήλικο ζωή, τυχόν συσχέτιση απώτερα με φοβίες, νευρώσεις κλπ. Μόνον τότε έχει δικαίωμα κάποιος να υποστηρίξει μια παρέμβαση που αφορά την ψυχή ενός μωρού.

Στέλιος Παπαβέντσης-Παιδίατρος

Πηγή: Ιατορ

Πώς να μιλήσω στο παιδί μου για την κρίση;

Σχολιάστε

Η ξαφνική απώλεια της δουλειάς του ενός εκ των δύο γονέων ή η μείωση των εσόδων, εκ των πραγμάτων γεννά αλλαγές στην καθημερινότητα μιας οικογένειας και κατ’ επέκτασιν των παιδιών.

Στην πράξη αυτό μεταφράζεται σε αδυναμία του γονέα να προσφέρει τον ίδιο όγκο υλικών αγαθών στο παιδί του, σε αύξηση των «όχι» στις διαρκείς απαιτήσεις του, σε μείωση ή ακόμα και διακοπή συνηθειών που είχαν γίνει μέρος της ζωής του παιδιού, όπως ο κινηματογράφος, το λούνα παρκ και τα πολλά παιχνίδια.

Μία ακόμα όμως δυσάρεστη πραγματικότητα, με την οποία θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπο το παιδί, είναι και η αλλαγή στην συμπεριφορά του γονιού, ο οποίος ξαφνικά έμεινε χωρίς δουλειά και η ψυχολογία του πέφτει στο ναδίρ. Η αλλαγή αυτή στη συμπεριφορά του γονέα μπορεί να μεταφράζεται σε πολλά νεύρα, τάσης απομόνωσης, ψυχρότητα ή στο χειρότερο σενάριο βίαιη συμπεριφορά.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το παιδί να υφίσταται ένα σοκ. Να μην αναγνωρίζει τον γονέα του, να νιώθει ξένο και ως μέρος του προβλήματος.

Ο συνδετικός κρίκος γονείς-δάσκαλοι-φίλοι είναι αυτός που με το σωστό χειρισμό συνθέτει το πέπλο προστασίας για το παιδί, ώστε να βιώσει με τον λιγότερο δυνατό ανώδυνο τρόπο αυτή τη δύσκολη κατάσταση, στην οποία έχουν περιπέσει οι περισσότερες οικογένειες στη χώρα μας.

Σύμφωνα με τους ψυχολόγους τα κυριότερα ερωτήματα που θέτουν οι γονείς όταν τους επισκέπτονται είναι: «Πώς πρέπει να προσεγγίσω το παιδί μου, ώστε να το κάνω να αποδεχτεί τα νέα δεδομένα και αν είναι καλύτερο να μην του πω ακριβώς ποιο είναι το πρόβλημα γιατί ούτως ή άλλως δεν θα το καταλάβει».

Ο ψυχίατρος Γιάννης Κούρος, ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος της Εταιρεία Ψυχολογίας Ψυχιατρικής Ενηλίκων και Παιδιών (ΕΨΨΕΠ), ειδικευμένος στην Παιδοψυχολογία και στα Παιδαγωγικά, τονίζει ότι «τα παιδιά αρχίζουν να καταλαβαίνουν πράγματα ήδη από 3 ετών. Είναι δεδομένο ότι ένα παιδί δεν μπορείς να το έχεις κλεισμένο σε μία γυάλα και να του αποκρύπτεις την πραγματικότητα. Ειδικότερα σήμερα που με την τηλεόραση έχουν τόσες πολλές παραστάσεις και ένα βομβαρδισμό πληροφοριών και να θέλει κάποιος να το πράξει είναι σχεδόν αδύνατο».

Επισημαίνει ακόμη πως τα παιδιά αντιλαμβάνονται διαφορετικά τα πράγματα και τις εικόνες από έναν μεγάλο, αλλά δεν ζουν σε μία ουτοπία. «Έτσι κι αλλιώς ως μέλος συμμετέχει στη ζωή της οικογένειας, οπότε βιώνει τα πάντα με άμεσο τρόπο», λέει.

Και προσθέτει: «Επομένως λέμε αναμφίβολα ναι στην γνωστοποίηση του προβλήματος, σχετικά με τα νέα οικονομικά ισχύοντα της οικογένειας, λέμε όμως όχι στην τραγικοποίηση της κατάστασης. Πρέπει να καλλιεργείται από τους γονείς η ελπίδα και να τονίζεται ότι θα ξαναφτιάξουν τα πράγματα. Δεν πρέπει να μπαίνουν στο μυαλό του παιδιού αρνητικές σκέψεις γιατί τότε αυτό δημιουργεί ένα ντόμινο κακών συμπεριφορών και ψυχολογικών προβλημάτων».

Σύμφωνα με τον ίδιο, είναι προφανές ότι καθοριστικό ρόλο έχει πρωτίστως η προσαρμογή του γονέα στα νέα δεδομένα για να μην μεταβιβάζει την αρνητική ενέργεια στο παιδί του, αλλά και για να αποτελεί ένα καλό παράδειγμα. Στην όλη προσπάθεια προσαρμογής των παιδιών, σημαντικός είναι και ο ρόλος των δασκάλων που έρχονται σε καθημερινή επαφή με τους μαθητές τους.

«Πίσω από τις πολλές δυσκολίες που επιφέρει η οικονομική κρίση υπάρχει και μία θετική πλευρά που πρέπει να της δοθεί σημασία. Είναι μία καλή ευκαιρία για όποιον έρχεται σε επαφή με παιδιά να τους μεταδώσει αξίες και αρχές, όπως η ολιγάρκεια, η μη σπατάλη, η υποτίμηση της σπουδαιότητας των υλικών αναγκών, η αποταμίευση που είχαμε ξεχάσει τι είναι, αλλά και της αλληλοβοήθειας», τονίζει ο ψυχολόγος και προσθέτει: «Εδώ υπεισέρχεται και ο ρόλος του δασκάλου, όταν βλέπει στο σχολείο φαινόμενα απομονωτισμού των παιδιών που ξαφνικά δεν μπορούν να αγοράσουν ούτε ένα κουλούρι από το κυλικείο».

Στα μεγαλύτερα παιδιά του γυμνασίου και του λυκείου τα πράγματα είναι φαινομενικά πιο εύκολα γιατί πρόκειται για μεγάλους ανθρώπους. Ωστόσο επειδή σε αυτήν την περίπτωση ενυπάρχει η εφηβεία επιβάλλεται μία τακτική συζήτηση μαζί τους γιατί σε αυτήν την ηλικία υφίσταται η τάση μεγαλοποίησης των προβλημάτων.

«Ένας έφηβος εάν βρίσκεται σε μία παρέα και ξαφνικά είναι ο πιο αδύναμος κρίκος στα οικονομικά σε σχέση με τα αλλά παιδιά αποκτά συμπλέγματα και τάσεις μελαγχολίας. Η επικοινωνία και η υπερτόνιση της προσωρινότητας του προβλήματος είναι και σε αυτή την περίπτωση η σωστότερη αντιμετώπιση», συστήνει ο κ. Κούρος.

Η Μάρα Ανθοπούλου, δασκάλα σε δημοτικό σχολείο της Αθήνας, με πολυετή παρουσία στην εκπαίδευση μεταφέροντας την εμπειρία της.

«Είναι γεγονός ότι η συμπεριφορά των παιδιών το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει αλλάξει προς το δυσμενέστερο. Δηλαδή έχουν γίνει πολύ πιο επιθετικά, πιο απείθαρχα, πιο ευερέθιστα και ως άμεση προέκταση πιο βίαια. Αναφέρομαι σε βία όχι σωματική, αλλά κυρίως λεκτική και κατά βάση στις μεταξύ τους σχέσεις», τονίζει και προσθέτει πως «είναι βέβαιο ότι αυτή η συμπεριφορά εκπορεύεται από τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η οικογένεια τους, τις οποίες τις βιώνουν στην πράξη. Για παράδειγμα τα παιδάκια των μικρότερων τάξεων έρχονται και μας λένε ότι «δεν μπορούμε να έρθουμε στην εκδρομή γιατί δεν έχουμε χρήματα». Τα πιο μεγάλα παιδιά της έκτης τάξης όχι μόνο καταλαβαίνουν τι βιώνει η χώρα μας, αλλά κάνουν και αναφορές για ΔΝΤ ή εκστομίζουν εκφράσεις όπως «λεφτά υπάρχουν» και άλλα σχετικά».

Ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα που παρουσιάζεται, σύμφωνα με την δασκάλα, έχει να κάνει με την πολυπολιτισμικότητα στα σχολεία. «Το ελληνόπουλο, ο γονέας του οποίου έχασε τη δουλειά του, κατηγορεί τον συμμαθητή του που είναι από άλλη χώρα, ότι του την πήρε ο δικός του γονέας. Εμείς ως εκπαιδευτικοί προσπαθούμε, παρά την απαξίωση του λειτουργήματος που ασκούμε, να κάνουμε το καθήκον μας και να είμαστε κοντά στα παιδιά, να συζητάμε μαζί τους και να τα στηρίζουμε», επισημαίνει η κ. Ανθοπούλου.

Η νηπιαγωγός Βασιλική Τσιμπούρη, έρχεται σε επαφή με ακόμα μικρότερα παιδιά, τονίζει ότι «σίγουρα τα παιδάκια σε αυτήν την ηλικία δεν αντιλαμβάνονται άμεσα πολλά πράγματα, όμως κι εμείς από τη μεριά μας προσπαθούμε να τους μάθουμε να ξεχωρίζουν τα σημαντικά και τα αναγκαία και να αποδέχονται το «όχι» ως μέρος της ζωής. Τα παιδιά σε αυτήν την ηλικία μπορούν να μάθουν κάποια πράγματα τα οποία θα τους φανούν χρήσιμα, καθώς θα έχουν διαπαιδαγωγηθεί σωστά και θα έχουν τις βάσεις να υπομένουν και τα δυσάρεστα, αλλά και να μάχονται να τα αντιμετωπίζουν».

Μέγιστος είναι ο ρόλος των γονέων στην καλύτερη δυνατή αποδοχή των παιδιών της νέας οικονομικής πραγματικότητας που βιώνουν οι ελληνικές οικογένειες, όπως τόνισε και ο κ. Κούρος.

Η Ελίζα Παυλοπούλου, μητέρα της 7χρονης Τερέζας, μεταφέρει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την κόρη της πάνω στο θέμα της κρίσης.

«Όπως όλοι σχεδόν σήμερα έτσι και εμείς έχουμε αλλάξει τις συνήθειες μας και εκ των πραγμάτων και η μικρή στερείται από κάποια αγαθά τα οποία είχε μάθει ως δεδομένα», λέει και προσθέτει ότι «της μιλούσα και της μιλάω για την κατάσταση, της λέω ότι επειδή αυτή την εποχή η Ελλάδα δεν έχει πολλά λεφτά έτσι κι εμείς δεν έχουμε σήμερα πολλά χρήματα. Μπορώ να πω ότι έχει αρχίσει και καταλαβαίνει, καθώς ζητάει όλο και λιγότερα. Έρχεται μάλιστα σχεδόν κάθε μέρα και ρωτάει, «σήμερα μήπως έχουμε πιο πολλά λεφτά»; Ακόμα μου ζητάει αν μπορώ να της δώσω για το σχολείο λίγα περισσότερα για να δώσει σε κάποια παιδάκια που δεν έχουν καθόλου!».

Η Νατάσα και η 16χρονη κόρη της Νάνση βιώνουν μαζί την κρίση. «Η κόρη μου πλέον δεν είναι μικρό κοριτσάκι, είναι σχεδόν ένα ενήλικο άτομο και αντιλαμβάνεται πλήρως τι συμβαίνει στη χώρα μας τόσο σε θεωρητικό επίπεδο όσο και πρακτικά», λέει η κ. Νατάσα και συνεχίζει: «Όσες περικοπές έχω αναγκαστεί να κάνω τις κατανοεί πλήρως και με βοηθάει περιορίζοντας και τις δικές της απαιτήσεις. Προσπαθώ ειλικρινά να τις στερώ όσο το δυνατόν λιγότερα πράγματα και αυτό είναι κάτι που το βλέπει και το αναγνωρίζει. Μάλιστα λέει «μακάρι να μπορούσα να εργαστώ και εγώ και να συνεισέφερα στον οικονομικό προϋπολογισμό της οικογένεια»».

Η Νάνσυ από την πλευρά της σημειώνει: «Ασφαλώς και μπορώ να αντιληφθώ ότι περνάμε δύσκολη περίοδο, το βιώνω άλλωστε τόσο στο σπίτι μου όσο και στην παρέα μου. Όλες οι φίλες μου, όπως κι εγώ, έχουμε αλλάξει πολλά στην καθημερινότητα μας, βγαίνουμε λιγότερο και κοιτάμε με τα χρήματα που έχουμε στα χέρια μας να περνάμε όσο το δυνατόν περισσότερες μέρες. Μαζευόμαστε πλέον σε κάποιο σπίτι και βλέπουμε DVD τα περισσότερα Σάββατα, ενώ μέχρι πρόσφατα βγαίναμε για καφέ ή σινεμά. Τα κάνουμε αυτά και σήμερα αλλά λιγότερο συχνά γιατί απλά δεν έχουμε για περισσότερο. Ελπίζω να διορθωθούν τα πράγματα και να μην ζήσω το μέλλον μου μέσα σε τόση μιζέρια».

Πηγή:Yourbaby.gr

Older Entries Newer Entries