Λαίμαργοι στα… αντιβιοτικά

Σχολιάστε

Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΤΕΧΕΙ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΗ ΘΕΣΗ ΣΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥΣ
Της ΣΟΦΙΑΣ ΝΕΤΑ

«Σαν καραμέλες» καταναλώνουν τα αντιβιοτικά οι κάτοικοι στη χώρα μας, η οποία κατέχει μετά την Κύπρο τη δεύτερη θέση στη χρήση τους! Σχετική έρευνα έδειξε ότι το 50% των Ελλήνων έχουν καταναλώσει κάποιο αντιβιοτικό τους τελευταίους έξι μήνες, ενώ το 20% έως 40% των μητέρων χορηγούν στα παιδιά τους αντιβιοτικά, χωρίς τη συμβουλή παιδιάτρου.

Το αποτέλεσμα της κατάχρησης των αντιβιοτικών είναι ότι χάνουν την ισχύ τους, καθώς τα μικρόβια γίνονται ανθεκτικά σε αυτά λόγω συχνής χρήσης και δυστυχώς το τελευταίο αντιβιοτικό ανακαλύφθηκε το 1990 και δεν φαίνεται στο άμεσο μέλλον να βρίσκεται νέο.

Τον κώδωνα του κινδύνου έκρουσε χθες σε συνέντευξη Τύπου η καθηγήτρια Ελένη Γιαμαρέλλου, τονίζοντας μεταξύ άλλων πως «η αυξανόμενη αντοχή των μικροβίων στα αντιβιοτικά σπρώχνει υγειονομικά την ανθρωπότητα στην εποχή πριν από την ανακάλυψη της πενικιλίνης από τον Φλέμιγκ».

Το ανησυχητικό είναι ότι σε σχέση με το 2008 παρατηρείται διπλασιασμός στα ποσοστά χρήσης τους, όπως έδειξε έρευνα που έγινε στο νοσοκομείο «Αττικόν». Σύμφωνα με την έρευνα, το 2008 ένας στους τέσσερις ερωτηθέντες είχε δηλώσει ότι είχε καταναλώσει κάποιο αντιβιοτικό τους τελευταίους μήνες, ποσοστό το οποίο έφτασε στο 50% ύστερα από δύο χρόνια…

Μάλιστα στις περισσότερες περιπτώσεις (90%) τα αντιβιοτικά χορηγήθηκαν σε ανθρώπους με συμπτώματα ιώσεων (πυρετός, πονόλαιμος, βήχας), στις οποίες δεν έχουν καμία δράση. Ανησυχητικό είναι και το ότι το 35% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι θα έπαιρναν αντιβιοτικό και για τη νέα γρίπη, την οποία δεν μπορεί στην πραγματικότητα να καταπολεμήσει αφού πρόκειται για ιό και όχι για μικρόβιο.

Επίσης, η έρευνα έδειξε πως το 75% των αντιβιοτικών που καταναλώνονται εκτός νοσοκομείων, χορηγούνται σε άτομα με λοιμώξεις του αναπνευστικού, όπως φαρυγγοαμυγδαλίτιδες, κρυολογήματα, ιγμορίτιδες και βρογχίτιδες.

Δυστυχώς εννέα στις δέκα φορές, η χορήγησή τους γίνεται από γιατρούς, οι οποίοι δηλώνουν ότι δέχονται συχνά πιέσεις από τους ασθενείς.

Η κατάχρηση αντιβιοτικών φαίνεται ότι αρχίζει και από την παιδική ηλικία, καθώς το 20-40% των μητέρων χορηγούν στα παιδιά τους αντιβιοτικά, χωρίς τη συμβουλή παιδιάτρου, ενώ το 50% δήλωσαν πως έχουν αντιβιοτικά στο σπίτι.

Στη Γαλλία πάντως, που κάποτε κατείχε την πρώτη θέση, όπως ανέφερε η κ. Γιαμαρέλλου, η εκστρατεία ενημέρωσης πέτυχε σημαντική μείωση, που συνοδεύτηκε από κάμψη της αντοχής των μικροβίων.

Επίσης, πρόσθεσε πως οι εξωνοσοκομειακοί γιατροί μπορούν να περιορίσουν τη χορήγηση των αντιμικροβιακών φαρμάκων, κάνοντας στους ασθενείς τους εξέταση για στρεπτόκοκκο. Το 72,2% των παιδιάτρων βασίζονταν μόνο σε κλινική εξέταση και μόλις το 28,2% έκαναν το ειδικό τεστ, πριν προχωρήσουν σε χορήγηση, όπως έδειξε η έρευνα του νοσοκομείου. *

Από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία 15 Ιανουαρίου 2010

Aντιβιωτικά

1 σχόλιο

Βασιλική Καράμπελα- Μπουροπούλου
ιατρός – παθολογοανατόμος
αμ. Επικ. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών


ΑΝΤΙΒΙΩΤΙΚΑ :Η ευθύνη όλων μας στην κατάχρηση που οδηγεί με βεβαιότητα στην μελλοντική αναποτελεσματικότητά τους.

Οταν στη δεκαετία του 40 επετεύχθη η μαζική παραγωγή και συνεπώς έγινε πλέον δυνατή η ευρεία χρήση των αντιβιωτικών, ο άνθρωπος πίστεψε ότι απέκτησε τελικά το ακατανίκητο όπλο κατά των μικροβίων. ΄Ετσι, οι λοιμώξεις, που μέχρι τότε αποτελούσαν μάστιγα για ολόκληρη την ανθρωπότητα θα έπαυαν πιά να απειλούν την υγεία και την όλων μας.

Δεν άργησαν όμως πολύ να παρουσιαστούν οι πρώτες ενδείξεις ότι, τα μικρόβια μπορούν να αναπτύξουν αντιστάσεις κατά των αντιβιωτικών.

Μέσα στις επόμενες δεκαετίες, άνθρωποι και μικρόβια επιδόθηκαν σ� έναν αλληλοεξοντωτικό πόλεμο, ο οποίος μέχρι σήμερα μπορεί φαινομενικά να κλίνει υπέρ των ανθρώπων, όμως, μέσα στη χρονιά που πέρασε, συνέβη τελικά αυτό που αποτελούσε τον μόνιμο εφιάλτη των ιατρών όλα αυτά τα χρόνια. Απομονώθηκε δηλαδή στέλεχος μικροβίου που παρουσιάζει αντίσταση στο πλέον ισχυρό αντιβιωτικό. Το γεγονός αυτό είναι ανησυχητικό. Ο κίνδυνος της επικράτησης μικροβίων ανθεκτικών σε όλα τα αντιβιωτικά είναι μπροστά μας και μας απειλεί. ΄Ενας κίνδυνος υπαρκτός, τον οποίον εμείς προκαλέσαμε με την επιπολαιότητά μας και με την απερισκεψία μας. Και τώρα τί μέλλει γενέσθαι;

Τί άλλο από μετα- νοια, αλλαγή νοοτροπίας, αλλαγή πορείας, αναγνώριση των λαθών, χρησιμοποίηση της γνώσης και συντονισμένες προσπάθειες επανόρθωσης. Ολόκληρη δηλαδή την δύσκολη και επώδυνη πορεία που πρέπει να ακολουθεί κάθε άνθρωπος που αντιμετωπίζει με υπευθυνότητα της συνέπειες της στάσης του απέναντι στον κόσμο και τη ζωή. Της στάσης του εκείνης που τον θέλει, στο κέντρο του κόσμου, τον οποίον πίστεψε ότι μπορεί να τον χρησιμοποιεί όπως θέλει προς ίδιον και μόνον όφελος, αδιαφορώντας για ότι αυτή η στάση συνεπάγεται.

Πρώτο βήμα στην πορεία αυτή αποτελεί η αναγνώριση ότι τα μικρόβια ανήκουν στη Δημιουργία και αποτελούν μέρος της ζωής στον πλανήτη. Η επιδίωξη της εξαφάνισής τους, χωρίς να σταθμιστούν παράλληλα οι επιπτώσεις που συνεπάγεται αυτή η επιδίωξη, ήταν ένα ακόμα σφάλμα στα τόσα τεράστια σφάλματα που έκανε και εξακολουθεί να κάνει ο άνθρωπος, παραγνωρίζοντας ότι όλα τα δημιουργήματα αποτελούν μέρος ενός συνόλου. Η συνεργασία μεταξύ των μερών αυτού του συνόλου είναι απαραίτητη για την επίτευξη της ισορροπίας στην οποία βασίζεται και από την οποία εξαρτάται η επιβίωση όλων μας.

Τα περισσότερα από τα μιρκόβια που μας περιβάλλουν (βρίσκονται στο νερό, στον αέρα, στο έδαφος, στην σκόνη, στο στόμα, στο έντερο, στο δέρμα μας, παντού γύρω μας και μέσα μας) όχι μόνον δεν μας προκαλούν βλάβες, αλλά επιπροσθέτως μας προστατεύουν από τα άλλα, τα παθογόνα και μπορούν να σταθούν ως σύμμαχοί μας στον αγώνα μας εναντίον τους.

Δεύτερο βήμα, αποφασιστικής σημασίας, είναι η συνειδητοποίηση απ� όλους μας (γιατρούς και ασθενείς) ότι παρόλο που τα αντιβιωτικά είναι απαραίτητα όπλα κατά των μικροβιακών λοιμώξεων, η χρήση τους έχει ως αναπόφευκτο επακόλουθο ορισμένες σοβαρές επιδράσεις στην μικροβιακή οικολογία. Αυτό σημαίνει ότι, η ισορροπία που υπάρχει και η οποία αφορά τα είδη, την ποσότητα και την αναλογία των ευαίσθητων προς τα ανθεκτικά στα αντιβιωτικά μικρόβια, διαταράσσεται σημαντικά, όχι μόνον σ� αυτόν που κάνει χρήση, αλλά και στην κοινωνία γενικότερα. Και αυτό γίνεται διότι – όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω- η δράση των αντιβιωτικών, σε αντίθεση με εκείνη άλλων φαρμάκων, δεν περιορίζεται μόνον στον ασθενή που τα χρησιμοποιεί, αλλά εξαπλούται σε ολόκληρο το περιβάλλον. Θα μπορούσαμε, δηλαδή, να πούμε ότι, τα αντιβιωτικά είναι κοινωνικά φάρμακα και όχι ατομικά, διότι τα φάρμακα αυτά προάγουν ένα σύνολο διεργασιών που ευνοούν την ανάπτυξη εκ μέρους των μικροβίων μηχανισμών αντοχής στη δράση τους.

Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη αντοχής ενός μικροβίου στα αντιβιωτικά, δύο όμως είναι οι σημαντικότεροι: α) η ύπαρξη γονιδίων αντίστασης στα ίδια τα μικρόβια και β) η έκταση της χρήσης των αντιβιωτικών.

Η ύπαρξη μικροβίων που διαθέτουν γονίδια αντοχής στα αντιβιωτικά προϋπήρξε της ευρείας χρήσης των τελευταίων και αυτό πιθανολογείται ότι έγινε εξελικτικά, ως μηχανισμός άμυνας στα φυσικά αντιβιωτικά. Τα φυσικά αντιβιωτικά είναι ουσίες που παράγονται από τα ίδια τα μικρόβια με σκοπό να σκοτώνουν τους αντιπάλους τους. Τα γονίδια αυτά αποκτήθηκαν είτε κληρονομικά από τους προγόνους τους, είτε από τυχαίες μεταβολές στο γονιδιακό υλικό(μεταλλάξεις), είτε τέλος με ανταλλαγές γονιδιακού υλικού με άλλα ανθεκτικά μικρόβια που βρίσκονται στο ίδιο περιβάλλον με αυτά. Η ανακάλυψη του τελευταίου αυτού τρόπου υπήρξε πολύ σημαντική και σε συνδυασμό με την γνώση του τρόπου δράσεως των αντιβιωτικών μας έδωσε την δυνατότητα να κατανοήσουμε τα σφάλματά μας και το μέτρο της ευθύνης μας στην εφιαλτική πρόβλεψη ότι σε 20 χρόνια τα αντιβιωτικά θα πάψουν πλέον να είναι αποτελεσματικά.

Πώς λοιπόν δρουν τα αντιβιωτικά και με ποιόν μηχανισμό η χρήση τους συμβάλλουν στην ανάπτυξη της αντίστάσεως;

Κάθε αντιβιωτικό φάρμακο σκοτώνει όλα τα παθογόνα μικρόβια που είναι ευαίσθητα σ� αυτό. ΄ Ενας όμως αριθμός απ� αυτά έχουν όπως αναφέραμε αντοχή στο φάρμακο κατορθώνουν να επιβιώσουν, πολλαπλασιάζονται και μη έχοντας πλέον ανταγωνιστές (αφού όλα τα άλλα έχουν σκοτωθεί) επικρατούν στο μικροβιακό οικοσύστημα. Επιπλέον, όμως αντιβιωτικό σκοτώνει και όλα τα ευαίσθητα, μη-παθογόνα, μικρόβια. Η ζημιά που προκαλέιται από αυτή την ανεπιθύμητη δράση του φαρμάκου είναι διπλή. Αφ� ενός μεν εξουδετερώνεται ένας μεγάλος αριθμός μικροοργανισμών που ανταγονίζονται τα παθογόνα μικρόβια, ενώ αφ� ετέρου ο μικρός αριθμός ανθεκτικών μικροβίων που επιβιώνει μπορεί να αποτελέσει και αυτός πηγή γονιδίων αντίστασης για άλλα παθογόνα και μη μικρόβια που βρίσκονται στο περιβάλλον. Ετσι σιγά-σιγά, αλλά σταθερά το ποσοστό των ανθεκτικών στα αντιβιωτικά μικροβίων αυξάνεται , ενώ των ευαίσθητων μειώνεται.

Πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα ότι τα γονίδια αντοχής, δηλαδή οι χημικές ουσίες που μεταβιβάζουν την ικανότητα αντοχής των μικροβίων στα αντιβιοτικά δρουν ως «ρυπογόνοι παράγοντες«του περιβάλλοντος διότι μπορούν να μεταφερθούν από το ένα μικρόβιο στο άλλο με πολλούς τρόπους. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος για τόν οποίον τα αντιβιωτικά, προάγωντας την επικράτηση ανθεκτικών μικροβιακών στελεχών, δρουν στην κοινωνία γενικότερα και όχι μόνον σε εκείνον που τα λαμβάνει για την θεραπεία του. Μιά μικρογραφία του θέματος αποτελούν τα νοσοκομεία, όπου οι νοσοκομειακές λοιμώξεις αποτελούν μείζον πρόβλημα, καθώς τα μικρόβια που τις προκαλούν είναι ανθεκτικά στα περισσότερα αντιβιωτικά, ακριβώς γιατί έχουν επιβιώσει σε �ενα περιβάλλον, όπου γίνεται ευρύτατη χρήση πολλών αντιβιωτικών.

Στην ανθρωπότητα όμως το πρόβλημα τείνει να γίνει ακόμη μεγαλύτερο διότι εκτός από την καθαρά ιατρική χρήση τους, τα αντιβιωτικά χρησιμοποιούνται και για εμπορικούς σκοπούς στην γεωργία και την κτηνοτροφία. Ετσι, η χρήση των πολύτιμων αυτών φαρμάκων, με ευθύνη όλων μας βρίσκεται σήμερα εκτός έλέγχου, με κίνδυνο σε λίγα χρόνια να είναι πλέον άχρηστα.

Αρκεί να επισημανθεί ότι α) μόνον το 50% των χρησιμοποιουμένων αντιβιωτικών καταναλώνονται από τον άνθρωπο και από αυτό το ποσοστό μόνον το μισό χορηγείται και λαμβάνεται με τον σωστό τρόπο. β) Το 1/3 των ετήσιων συνταγών για αντιβιωτικά που γράφονται και εκτελούνται στις Η.Π.Α δεν είναι αναγκαίες, ενώ το 80% των ιατρών παραδέχονται ότι έχουν συνταγογραφήσει αντιβιωτικά μετά από απαίτηση των πελατών τους και εναντίον της δικής τους απόψεως. Ανατριχιάζω αναλογιζόμενη τί συμβαίνει στον τόπο μας. Θα πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι το 40% της παραγωγής αντιβιωτικών χρησιμοποιείται στην κτηνοτροφία, όχι τόσο για θεραπεία λοιμώξεων στα ζώα, όσο για ανάπτυξη και πάχυνση αυτών. Και ενώ δεν είναι βέβαιο κατά πόσον και με ποιόν τρόπο αυτό επιτυγχάνεται, εκείνο που είναι σίγουρο είναι ότι αυτή η χρήση, όπως επίσης και η περιορισμένη χρήση τους στην γεωργία συμβάλλει επίσης στην δημιουργία ανθεκτικών μικροβίων.

Ποιοί όμως είναι οι τρόποι, με τους οποίους θα ανατρέψουμε την φρενήρη πορεία μας προς την παντελή αναποτελεσματικότητα των αντιβιωτικών στο εγγύς μέλλον;

Οι τρόποι αυτοί αφορούν τόσο τους γιατρούς, όσο και τους ασθενείς και γιατί όχι όλους μας.

Οι γιατροί θα πρέπει:

· να μην υποκύπτουν στις επίμονες πιέσεις των ασθενών-πελατών τους για χορήγηση αντιβιωτικών, όταν αυτά δεν χρειάζονται

Είναι, όχι μόνον κακή υπηρεσία, αλλά τολμώ να πω ολέθρια αδιαφορία για ολόκληρη την ανθρωπότητα η συνταγογραφία αντιβιωτικών για απλές ιώσεις, στις οποίες άλλωστε τα αντιβιωτικά δεν έχουν καμμία απολύτως θεραπευτική αξία, μόνο και μόνο για να μη δυσαρεστήσουμε τον ασθενή-πελάτη.

· να λαμβάνουν μέτρα υγιεινής, όπως καλό πλύσιμο των χεριών τους μετά από κάθε επίσκεψη ασθενούς.

· να απομονώνουν τους ασθενείς τους, που παρουσιάζουν λοιμώξεις από ανθεκτικά μικρόβια.

· να χορηγούν τα κατάλληλα αντιβιωτικά, πάντοτε μετά από αντιβιόγραμμα και να αποφεύγουν κατά το δυνατόν την χρήση ευρέως φάσματος αντιβιωτικών.

Ολοι εμείς οι άλλοι, ασθενείς και οικείοι, θα πρέπει:

· να σταματήσουμε να προμηθευόμαστε τα αντιβιωτικά μόνοι μας, γιατί τα πήρε και ο φίλος ή η φίλη μας και έγινε καλά

· να πάψουμε να πιέζουμε το γιατρό μας να μας τα χορηγήσει, ιδιαίτερα όταν αυτός προσπαθεί να μας πείσει για το αντίθετο.

· να τα παίρνουμε ακριβώς για όσο χρονικό διάστημα μας συνιστά ο γιατρός και να μη τα σταματάμε νωρίτερα, γιατί κατά τη γνώμη μας γίναμε καλά και να φυλάμε τα υπόλοιπα στο φαρμακείο μας για να τα πάρουμε άλλη φορά χωρίς να ρωτήσουμε το γιατρό, γιατί εμείς τώρα πιά ξέρουμε.

· να πλένουμε καλά τα χέρια μας, τα φρούτα και τα λαχανικά και να ψήνουμε καλά τα κρέατα, τα ψάρια και τα αυγά ώστε τα μικρόβια που βρίσκονται σ� αυτά λόγω εμπορικής χρήσεως να απομακρυνθούν ή να καταστραφούν.

· Τέλος θα πρέπει να περιοριστεί και η χρήση αντιμικροβιακών διαλυμάτων για εξωτερική χρήση, η οποία δυστυχώς έχει επεκταθεί και στα οικιακά απορρυπαντικά. Αυτή δικαιολογείται μόνον για όπου χρειάζεται αντισηψία και μόνον στην περιποίηση ασθενών με σοβαρές λοιμώξεις

Κλείνοντας θα πρέπει να θυμόμαστε πάντοτε ότι σ� αυτόν τον κόσμο ήλθαμε ως πλάσματα του Θεού, να ζήσουμε αρμονικά με τα υπόλοιπα πλάσματα της Δημιουργίας, σεβόμενοι αλλήλους και όλοι μαζί σεβόμενοι και φροντίζοντες το περιβάλλον στο οποίο ζούμε. Και περιβάλλον δεν είναι μόνον ο μακρόκοσμος, είναι και ο μικρόκοσμος. Ο αόρατος αυτός κόσμος που ζεί μαζί μας αρμονικά και που μόνον η δική μας απερισκεψία τον έκανε εχθρό και τείνει να του προσδώσει την μορφή θανάσιμης απειλής.

Άσθμα και αντιβίωση

Σχολιάστε

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 11/09/2007

Τα μωρά που παίρνουν αντιβιοτικά έχουν περισσότερες πιθανότητες να διαγνωστούν με άσθμα πριν από τα επτά τους χρόνια, λέει νέα επιστημονική δημοσίευση στο «Chest». Τα αντιβιοτικά συνταγογραφούνται συχνά σε παιδιά πριν από την ηλικία των 12 μηνών για πολλούς λόγους, όπως για λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος (βρογχίτιδα, πνευμονία) ή του ανώτερου αναπνευστικού (ωτίτιδες, παραρρινοκολπίτιδες). Στη μελέτη της ομάδας επιστημόνων του πανεπιστημίου της Μανιτόμπα, με επικεφαλής την καθηγήτρια Anita Kozurski, συμμετείχαν 13.116 παιδιά τα οποία παρακολουθήθηκαν από την ημέρα της γέννησής τους μέχρι και τη συμπλήρωση του έβδομου έτους. Τα παιδιά που έπαιρναν αντιβιοτικά είχαν διπλάσιες πιθανότητες να διαγνωστούν με άσθμα σε σύγκριση με τα υπόλοιπα, εξηγεί η Kozurski.

Giving antibiotics to babies boosts asthma risk